Στροφή 180 μοιρών εμφανίζεται να κάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κατά πώς φαίνεται θα μείνει στο ελληνικό πρόγραμμα, μετέχοντας και χρηματοδοτικά με 2 δισ. δολάρια, τα οποία θα είναι διαθέσιμα μετά την υπογραφή νέας τεχνικής σύμβασης με την Αθήνα.
Σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, το μέγαρο Μαξίμου έχει γίνει ήδη αποδέκτης των νέων αποφάσεων του Ταμείου, το πλαίσιο των οποίων αναμένεται να καθοριστεί στη σύνοδο του ΔΝΤ που θα πραγματοποιηθεί στην Ουάσινγκτον στις 13-15 Οκτωβρίου.
Εκτιμάται πάντως ότι διαβουλεύσεις στο παρασκήνιο γίνονται εδώ και πολύ καιρό. Ενδεικτικό άλλωστε είναι το θέμα των τραπεζών, για τις οποίες το ΔΝΤ ζητούσε ενισχυμένους ελέγχους, πέραν αυτών που έχει ήδη αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Τελικά, το θρίλερ σχεδόν τριών μηνών έληξε την περασμένη εβδομάδα, με αναδίπλωση του Ταμείου, καθώς ο Μάριο Ντράγκι κατάφερε να εξουδετερώσει τις εμμονές του Πολ Τόμσεν. Αυτό ωστόσο που παραμένει άγνωστο είναι τι κέρδισε το Ταμείο ως αντάλλαγμα για την αναδίπλωσή του.
Στην Ουάσινγκτον, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, θα συναντηθεί με τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο και θα συζητήσουν τις προϋποθέσεις ώστε το Ταμείο να αποκτήσει πιο ενισχυμένο ρόλο εποπτείας του ελληνικού προγράμματος (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για νοικοκυριά και εργαζόμενους), καθώς δεν θα έχει απλώς την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου.
Το Μνημόνιο που θα υπογράψει η Ελλάδα με το ΔΝΤ θα εκπνέει μαζί με το ευρωπαϊκό, στις 18 Αυγούστου 2018, ενώ τα χρήματα θα είναι διαθέσιμα μόνο αν τα χρειαστεί η Αθήνα.
Στην περίπτωση που η χώρα εισέλθει σε καθεστώς αυξημένης εποπτείας μετά τη λήξη των προγραμμάτων, μέσω ενισχυμένης πιστωτικής γραμμής (ΕCCL), τότε κεντρική θέση θα έχει και πάλι το Ταμείο.
Βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι για να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα το Ταμείο θα πρέπει πρώτα να ληφθούν οι αποφάσεις για την αναδιάρθρωση του χρέους ώστε να καταστεί βιώσιμο, κάτι για το οποίο οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν αφού δεσμεύονται και από τις αποφάσεις του Εurogroup.
Οι ανακοινώσεις για το θέμα του χρέους θα γίνουν μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία, γεγονός που αναγκάζει την Αθήνα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο Βερολίνο.
Για την ώρα, το ενδιαφέρον της κυβέρνησης στρέφεται στον προϋπολογισμό, του οποίου το προσχέδιο κατατίθεται σήμερα στη Βουλή.
Με τον λογαριασμό των μέτρων ωστόσο να μένει ανοιχτός, θα υπάρξει αναθεώρηση τον Νοέμβριο, στο τελικό σχέδιο του προϋπολογισμού, στο πλαίσιο της νέας διαπραγμάτευσης Αθήνας-θεσμών, που πρόκειται να ξεκινήσει το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου.
Tα προαπαιτούμενα
Νωρίτερα, στις 8 Οκτωβρίου, στο Eurogroup, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα έχει την ευκαιρία να ενημερώσει τους εταίρους για την πρόοδο που έχει γίνει στα 95 προαπαιτούμενα και να δώσει νεότερα στοιχεία για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ώστε να δρομολογήσει την εκταμίευση των 800 εκατ. ευρώ που προορίζονται για τον σκοπό αυτό.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα επιτελεία όλων των υπουργείων εργάζονται πυρετωδώς σ’ αυτή την κατεύθυνση, καθώς εντολή του πρωθυπουργού είναι το 80% των εκκρεμοτήτων-προαπαιτουμένων να έχουν «κλείσει» μέχρι το Eurogroup της 6ης Νοεμβρίου.
Η προσδοκία όλων των πλευρών (Αθήνας και δανειστών) είναι η τρίτη αξιολόγηση, παρά τα σημαντικά αγκάθια, να ολοκληρωθεί πριν από τη λήξη του 2017 και να μη βγάλει νέα μέτρα, πέραν αυτών που έχουν ήδη ψηφιστεί.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σε συνέντευξή του στη «Νέα Σελίδα», υπογράμμισε ότι η τρίτη αξιολόγηση έχει τρεις διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες.
«Πρώτον, ότι το ΔΝΤ έχει μπει στο πρόγραμμα και έχει εκθέσει τι περιμένει για να ολοκληρωθεί, ενώ μέχρι τώρα δούλευε επικουρικά στο πρόγραμμα του ESM, αλλά συγχρόνως διαπραγματευόταν τους όρους για τη συμμετοχή του. Αρα λογικά δεν υπάρχει λόγος να βάλει νέα ζητήματα στο τραπέζι. Δεύτερον, δεν έχουμε μπροστά μας δύσκολα νομοσχέδια από τεχνική άποψη -π.χ., για συντάξεις, ΑΑΔΕ, ΕΕΣΥΠ-, που ήταν χρονοβόρα όχι μόνο λόγω πολιτικών διαφωνιών, αλλά και λόγω πολυπλοκότητας του νομοθετικού έργου. Τρίτον, η εμπιστοσύνη προς την ελληνική κυβέρνηση έχει αυξηθεί πολύ και αυτό εκφράζεται δημοσίως πια, κάτι που δεν μπορεί παρά να επιταχύνει τις διαδικασίες».
