Γεράσιμος Ποταμιάνος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O αποπληθωρισμός στην Ευρώπη δημιουργεί ευνοϊκή συγκυρία για τη διαπραγμάτευση του χρέους και την ανάσχεση της λιτότητας.

Μόλις φάνηκε η πιθανότητα πρόωρων εκλογών, το Βερολίνο διαμήνυσε πως η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Η στρατηγική του απορρίπτει την αλλαγή πολιτικής που πρεσβεύει η αντιμνημονιακή δημοκρατική αντιπολίτευση και προσπαθεί να περιορίσει το πεδίο διαπραγμάτευσης της επόμενης ημέρας.

Ετσι αναδεικνύεται το διακύβευμα των εκλογών, εάν δηλαδή θα συνεχιστεί η βίαιη λιτότητα, ή εάν μια νέα κυβέρνηση θα διεκδικήσει δυνατότητα άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής, με αναδιάρθρωση χρέους, ευελιξία του Συμφώνου Σταθερότητας και μέτρα τόνωσης της ζήτησης.

Ωστόσο, συνεχίζουν να πληθαίνουν τα σύννεφα πάνω από την ευρωζώνη, καθώς η οικονομία της δεν δείχνει σημάδια ανάκαμψης. Ο ετήσιος πληθωρισμός εμφανίστηκε αρνητικός τον Δεκέμβριο (-0,2%). Ο αποπληθωρισμός ωθεί την ΕΚΤ στη λήψη πρόσθετων μέτρων νομισματικής χαλάρωσης, που θα ανακοινωθούν σήμερα.

Οι αρνητικές αυτές εξελίξεις διαμορφώνουν κλίμα αμφισβήτησης της λιτότητας. Οι εταίροι γνωρίζουν πως θα έχουν συνομιλητή μια νέα κυβέρνηση, που θα θέσει ζητήματα που βρίσκουν τώρα ακροατήριο σε διευρυνόμενα τμήματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Εξάλλου, η φημολογία για Grexit υπονομεύει την ευρωζώνη, αφού προβάλλει την πιθανότητα διάλυσής της.

Ετσι, μετά την προκήρυξη εκλογών, άρχισαν διαφοροποιήσεις στη στάση πολλών στην ευρωζώνη. Δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της νέας τακτικής: Το ένα, η άρση της απειλής για Grexit. Το δεύτερο, η επιμονή στις «μεταρρυθμίσεις».

Στο εσωτερικό μέτωπο διαμορφώνονται δύο κύριες επιλογές. Σύμφωνα με την πρώτη, μια κυβέρνηση με κορμό τη Ν.Δ. θα συνεχίσει από το mail Χαρδούβελη. Δηλαδή θα λάβει πρόσθετα μέτρα για την κάλυψη του υφιστάμενου δημοσιονομικού κενού.

Βεβαίως, θα προστεθούν και νέα μέτρα, όπως απαιτεί η υπαγωγή στην προληπτική πιστωτική γραμμή, την οποία επέλεξε η κυβέρνηση προφασιζόμενη το τέλος του Μνημονίου.

Μια νέα συμφωνία και μια δέσμη μέτρων θα διαδεχτούν το τρέχον Μνημόνιο, εξασφαλίζοντας την εξυπηρέτηση του χρέους με συνέχιση της λιτότητας. Βέβαια η απερχόμενη κυβέρνηση απέφυγε να εξηγήσει ότι η πιστωτική γραμμή έχει διαμορφωθεί με βάση τα πρότυπα του ΔΝΤ και δεν είναι σίγουρη η ένταξη σ’ αυτήν χωρίς αυστηρότατα μέτρα, προκειμένου να δοθούν εγγυήσεις για την πρόσβαση στις αγορές.

Αυτό το σενάριο, που δεν εμπεριέχει διαπραγμάτευση για το χρέος, αλλά διατηρεί σε ισχύ την τρέχουσα δανειακή σύμβαση, θα εξακολουθήσει να βυθίζει την ελληνική κοινωνία για δεκαετίες σε τέλμα στασιμότητας, χωρίς αναπτυξιακή προοπτική. Ταυτόχρονα, η χώρα θα έχει δική της ιδιαίτερη ρύθμιση για το χρέος, τη στιγμή που θα ληφθούν στο κοντινό μέλλον συνολικές αποφάσεις για το ευρωπαϊκό χρέος. Κάτι ανάλογο έχει γίνει με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Διαφορετικό θα είναι το τοπίο για ένα κυβερνητικό σχήμα με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα κυβέρνηση, αντί να εγκλωβιστεί σε συζητήσεις με την τρόικα για την ολοκλήρωση του τρέχοντος αποτυχημένου προγράμματος που θέλει να ακυρώσει, πρόκειται να προχωρήσει σε πολιτική διαπραγμάτευση με τους θεσμικούς εταίρους στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η κίνηση αυτή προσφέρει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, παρακάμπτει το μη θεσμικό όργανο της τρόικας και, δεύτερον, επιλέγει ως πεδίο διαπραγμάτευσης τα θεσμοθετημένα όργανα στα οποία η χώρα είναι ισότιμος εταίρος. Στο πεδίο αυτό, οι διακηρυγμένες αξίες της Ενωσης περί αλληλεγγύης, αμοιβαίας συνδρομής, κοινωνικού μοντέλου, προσφέρουν πλεονεκτήματα.

Η διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης αυτής δεν είναι τώρα γνωστή. Ομως με βάση τις συνθήκες και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, υπάρχουν πολλά επιχειρήματα, που εφόσον τεθούν στα θεσμικά όργανα, δεν μπορούν βιαστικά να απορριφθούν, χωρίς να προκαλέσουν έντονο προβληματισμό στη δημοκρατική κοινή γνώμη των χωρών-μελών, που ήδη βρίσκονται εκεί από όπου ξεκίνησαν τα μνημόνια στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Κυρίως όμως, χωρίς σημαντικό κλονισμό της αξιοπιστίας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος. Διότι είναι γνωστό ότι το χρέος δεν οδηγούσε αναπόφευκτα σε κρίση χρέους, εάν η Ενωση είχε επιλέξει διαφορετική μέθοδο αντιμετώπισης, με άμεση αναδιάρθρωση αντί ανάληψη νέου δανεισμού.

Επιπλέον, από την εφαρμογή του Μνημονίου προέκυψε ότι το σενάριο και οι παραδοχές του δεν είναι βιώσιμο κοινωνικά, ενώ σοβαρά λάθη έχουν γίνει επίσημα αποδεκτά από την πλευρά των δανειστών. Ο αυτοματαιωτικός χαρακτήρας του έχει οδηγήσει σε υφεσιακή δίνη την οικονομία και διαρκώς προκαλεί νέα χρηματοδοτικά κενά, καταστροφή του παραγωγικού δυναμικού, υψηλή ανεργία και ανθρωπιστική κρίση.

Η πραγματικότητα απέδειξε ότι το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «διάσωσης» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, έχει συνέπειες που το καθιστούν ασύμβατο με την Ευρωπαϊκή Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το κοινοτικό κεκτημένο. Ισχυροποιούνται έτσι τα επιχειρήματα όσων δεν νιώθουν «ιδιοκτήτες του Μνημονίου» ενώ αναγκάζεται ο κ. Σουλτς, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να αποποιείται τις ευθύνες της Ενωσης, φορτώνοντας τη βίαιη λιτότητα στην απερχόμενη κυβέρνηση.

Μπορούμε επομένως να προσβλέπουμε βάσιμα ότι το αίτημα αναδιάρθρωσης του χρέους θα αντιμετωπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο θεσμικά, χωρίς να οδηγήσει σε κινήσεις επιβλαβείς για την Ελλάδα. Με δεδομένη μάλιστα την ανάγκη εξεύρεσης λύσεων για τα προβλήματα χρέους και ύφεσης της ευρωζώνης, το ελληνικό χρέος μπορεί να μειωθεί δραστικά, αν τμήμα του αγοραστεί από την ΕΚΤ, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής λύσης, όπως ήδη προτείνεται από πολλές πλευρές(1).

Συμπερασματικά, στη συγκυρία μιας διευρυνόμενης αμφισβήτησης της λιτότητας στην ευρωζώνη, η νέα ελληνική κυβέρνηση μπορεί -στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής λύσης- να διαπραγματευτεί δραστική μείωση του χρέους και αναστολή πληρωμών με ρήτρα ανάπτυξης, ώστε να αφοσιωθεί στην επανεκκίνηση της οικονομίας με αντικατάσταση του Μνημονίου με ένα πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημοσιονομικής εξυγίανσης, που θα εξυπηρετεί πρωτίστως το συμφέρον της χώρας.

Ολα σήμερα δείχνουν ότι οι επιλογές της απερχόμενης κυβέρνησης, που εγκλωβίζουν τη χώρα σε διαρκή λιτότητα και στασιμότητα, θα καταδικαστούν στις εκλογές. Το εύρος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας των αντιμνημονιακών δημοκρατικών δυνάμεων που θα προκύψει, θα καθορίσει τη διαπραγματευτική ισχύ της νέας κυβέρνησης και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

*Οικονομολόγος, τέως ανώτερο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(1) Paris P. and Wyplosz C.: «Μια πολιτικά αποδεκτή αναδιάρθρωση χρέους στην ευρωζώνη». Γενεύη 2014 και Σωτηρόπουλος, Μηλιός, Λαπατσιώρας: «Δημόσιο χρέος. Πλαίσιο μιας προοδευτικής πρότασης για τη ζώνη του ευρώ». Ινστιτούτο Levy. Αθήνα 2014.