Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εφαλτήριο» για μελλοντικές προσπάθειες δανεισμού από τις αγορές αποτέλεσε το επιτόκιο του 5ετούς ομολόγου που σηματοδότησε την πρώτη έξοδο της χώρας μετά από τρία χρόνια αποκλειστικής χρηματοδότησης μέσω μνημονίων.

Το τελικό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,625% (συνολική απόδοση), με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗX) να δέχεται προσφορές οι οποίες ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ, καλύπτοντας έτσι πάνω από δύο φορές το ζητούμενο ποσό.

Η χώρα άντλησε 3 δισ. ευρώ από αυτή την έκδοση η οποία απευθυνόταν τόσο σε νέους επενδυτές όσο και σε παλιούς οι οποίοι είχαν ήδη τοποθετηθεί στο ομόλογο Σαμαρά και δέχτηκαν πρόταση ανταλλαγής και επαναγοράς αυτών των τίτλων που θα λήγουν το 2022 αντί το 2019.

Το «κουπόνι» του πενταετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,375%, όταν για τον αντίστοιχο τίτλο του 2014 είχε διαμορφωθεί στο 4,75% και η απόδοση στο 4,95%.

Από τη διαφορά των 32 μονάδων βάσης ή 0,32%, το ελληνικό Δημόσιο εξοικονομεί σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς ένα ποσό κοντά στα 10 εκατ. ευρώ, ενώ μικρότερες κατά 600 εκατ. ευρώ θα είναι και οι προμήθειες προς τις έξι τράπεζες-αναδόχους που ανέλαβαν τη διαχείριση της έκδοσης.

Σύμφωνα με την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη, η αμοιβή τους θα ανέλθει στο 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ άλλα 400.000 ευρώ θα λάβουν τα δικηγορικά γραφεία, που σημαίνει ότι τα συνολικά έξοδα της έκδοσης θα φτάσουν το 1,9 εκατ. ευρώ.

Για το ελληνικό χρεόγραφο που είχε εκδοθεί τον Απρίλιο του 2014 το ύψος της προμήθειας είχε διαμορφωθεί στα 2,4 εκατ. ευρώ.

Στα 400.000 ευρώ ή 0,08% επί της ονομαστικής αξίας του ομολόγου ήταν η αμοιβή για τον κάθε σύμβουλο (6 ήταν και τότε) και 100.000 ευρώ το κόστος για τις νομικές υπηρεσίες.

Σε ό,τι αφορά την αμοιβή της Rothschild, αυτή είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Εχει ήδη λάβει δύο επιταγές των 900.000 ευρώ και απομένουν άλλα 1,4 εκατ. ευρώ που θα πρέπει να καταβάλει το Δημόσιο μετά τη δεύτερη έξοδο της χώρας στις κεφαλαιαγορές.

Οπως προανήγγειλε ήδη ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσκαλώτος, θα υπάρξουν άλλες δυο-τρεις προσπάθειες το επόμενο διάστημα για να μπορέσει να οικοδομηθεί σταδιακά η περίφημη καμπύλη απόδοσης με πτωτική όμως τάση.

Αυτό είναι και το μεγάλο ζητούμενο για την κυβέρνηση, η οποία χθες δανείστηκε «ακριβά» από τις αγορές σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν πρόσβαση σε φτηνό χρήμα για τίτλους ίδιας διάρκειας.

Με εξαίρεση τη Γερμανία όπου οι επενδυτές πληρώνουν 0,15% για τα ομόλογα που αγοράζουν αντί να βγάζουν κέρδος, η Πορτογαλία δανείζεται με 1,15%, η Ιταλία με 0,79%, η Ισπανία με 0,31%.

Η δεύτερη απόπειρα εξόδου

Στη δεύτερη απόπειρα εξόδου, που τοποθετείται μετά το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης και στην οποία πιθανότατα θα υπάρξει αντικατάσταση έντοκων γραμματίων ύψους 4 δισ. ευρώ που λήγουν στο τέλος του χρόνου με ομόλογα η διάρκεια των οποίων δεν έχει ακόμη καθοριστεί (πιθανότατα 3ετία), θα φανεί πού θα κάτσει η μπίλια του επιτοκίου.

Αν δηλαδή η Ελλάδα θα καταφέρει να «απαγκιστρωθεί» από τα μνημόνια και τα σκληρά μέτρα που τα συνοδεύουν, επιτυγχάνοντας με μικρές εκδόσεις και φτηνότερα επιτόκια να εξυπηρετήσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της, που είναι χαμηλές έως το 2022.

Χαμηλά επιτόκια δανεισμού για το κράτος σημαίνει φτηνό χρήμα για τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις και τις ΔΕΚΟ που δανείζονται με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, τις τράπεζες, αλλά και για τους καταναλωτές, που αποτελούν τον στενό πυρήνα της πραγματικής οικονομίας.

Δυστυχώς στην πρώτη προσπάθεια εξόδου η Ελλάδα των μνημονίων έφτασε να δεχτεί προσφορές σε επιτόκια έως 5,55%, που ήταν φυσικά μη ανταγωνιστικές, ενώ ένας επενδυτής υπέβαλε προσφορά στο 6,5%…!

Σύμφωνα με πληροφορίες, από την πλευρά των αναδόχων τα 3 δισ. ευρώ αφορούν κατά το ήμισυ καινούργιο χρήμα, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν «ρολάρισμα» της προηγούμενης έκδοσης.

Στην ανταλλαγή των ομολόγων που λήγουν το 2019 συμμετείχαν, σύμφωνα με πληροφορίες, και οι ελληνικές τράπεζες, πλην της Πειραιώς, η οποία δεν διαθέτει ομόλογα της σειράς. Οι ελληνικές τράπεζες «μπήκαν» με περίπου 890 εκατ. ευρώ, ενώ 1,7 δισ. ευρώ είναι τα νέα ομόλογα που αγοράστηκαν.

Πολλές αμερικανικές τράπεζες δεν συμμετείχαν στην έκδοση, παρότι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, ενώ σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών η πλειονότητα των προσφορών «αφορούσε πραγματικούς επενδυτές παγκόσμιου βεληνεκούς και όχι κερδοσκοπικά funds».