Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε καθυστέρηση στην εφαρμογή του προγράμματος και κάθε νέα πολιτική αβεβαιότητα υπονομεύουν τα επιτεύγματα, σύμφωνα με την  ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας για το 2016, που παρουσίασε σήμερα ο Κλάους Ρέγκλινγκ.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Λουξεμβούργο ο πρόεδρος του ESM δήλωσε ότι «η Eλλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να ξαναβγεί στις αγορές στο τέλος του 2017 ή το αργότερο στις αρχές του 2018».

Ο ίδιος ανέφερε ότι όπως έκαναν και οι υπόλοιπες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα, έτσι και η Ελλάδα θα ήταν χρήσιμο να αρχίσει «να τεστάρει» τις αγορές και να μην βασίζεται 100% στα δάνεια του ESM, μέχρι τη λήξη του προγράμματος. «Είναι καλύτερα να έχουμε μια σταδιακή μετάβαση στις αγορές», ανέφερε ο Κ. Ρέγκλινγκ.

Σύμφωνα με την έκθεση, το ύψος του ποσού που απομένει διαθέσιμο για την Ελλάδα από το τρίτο πρόγραμμα έως τον Αύγουστο του 2018 ανέρχεται στα 54,3 δισ. ευρώ, καθώς έχει αντλήσει ήδη 31,7 δισ. ευρώ.

Το ποσό αυτό θα μπορούσε να μειωθεί δεδομένου ότι η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών απαίτησε μικρότερα ποσά από αυτά που είχαν προβλεφθεί αρχικά, αναφέρει η έκθεση, προσθέτοντας: «Εάν συμμετάσχει το ΔΝΤ και/ή η Ελλάδα εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις πολιτικών που θα καθιστούν δυνατή την επιστροφή της σε χρηματοδότηση από τις αγορές πριν από το 2018, το τελικό ποσό μπορεί να είναι μικρότερο».

Ταυτόχρονα, ο ESM άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να μην χρησιμοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων συνολικού ύψους 86 δισ. ευρώ που έχουν εγκριθεί στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος, από τα οποία είχαν εκταμιευθεί μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2016 τα 31,7 δισ. ευρώ, αφήνοντας διαθέσιμα άλλα 54,3 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη Αυγούστου.

Ο κύριος λόγος για την μικρότερη χρήση των δανείων από την Ελλάδα είναι οι τράπεζες για τις οποίες εν τέλει χρειάστηκαν πολύ λιγότερα χρήματα για την ανακεφαλαιοποίησή τους καθώς από τα διαθέσιμα 25 δις. ευρώ χρησιμοποιήθηκαν περίπου 5 δισ. ευρώ.

Παρά τα αξιοσημείωτα επιτεύγματα του προγράμματος, «η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα αποσταθεροποιεί το επιχειρηματικό περιβάλλον. Σε συνδυασμό με ένα υψηλό φορολογικό βάρος και έναν εγχώριο τραπεζικό τομέα επιβαρυμένο με υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, η συνολική κατάσταση εμποδίζει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα», σημειώνει η έκθεση.

Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν το 2016 στη φορολογία εισοδήματος και το συνταξιοδοτικό σύστημα ήταν σημαντικό βήμα στη σωστή κατεύθυνση, «αλλά ο συγκερασμός της αναγκαίας μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής σταθερότητας με τη βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί πιο φιλόδοξες πρωτοβουλίες, όπως τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης», αναφέρει η έκθεση, προσθέτοντας:

«Εξίσου, ο τραπεζικός τομέας πρέπει να μειώσει σημαντικά το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που θα βοηθήσει να ξεμπλοκάρει ο τραπεζικός δανεισμός και θα στηρίξει τις επενδύσεις, καθώς και να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις και να εκσυγχρονίσει τη διάρθρωση διακυβέρνησης των τραπεζών».

«Παρά τις ορατές ενδείξεις ανάκαμψης, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί σε ένα δύσκολο περιβάλλον. Κάθε περαιτέρω καθυστέρηση στην εφαρμογή του προγράμματος και κάθε νέα πολιτική αβεβαιότητα ενέχουν τον κίνδυνο υπονόμευσης των επιτευγμάτων του προγράμματος και άσκησης σημαντικής πίεσης στην οικονομία. Η ελληνική κυβέρνηση – σε στενή συνεργασία με τους εταίρους της στο πρόγραμμα – καλείται να αντιμετωπίσει τις εναπομένουσες ανεπάρκειες σχολαστικά και να θέσει τις αναγκαίες βάσεις για μία επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος», σημειώνει η έκθεση του ESM.