Το ΔΝΤ θα συμμετάσχει στη χρηματοδότηση της Ελλάδας αφού κατά τη χθεσινή συνάντηση με τη Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, η επικεφαλής του Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, συμφώνησε ότι το χρέος δεν χρειάζεται κούρεμα πριν από το 2018.
«Δεν χρειαζόμαστε κούρεμα, αλλά μείωση των επιτοκίων. Η Ελλάδα έχει υποστεί υπερβολική λιτότητα, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εξασφαλίζουν πως η χώρα θα σταθεί στα πόδια της. Χρειάζεται όμως πολλή δουλειά ακόμη, προτού παρουσιάσουμε το πρόγραμμα του ΔΝΤ για την Ελλάδα», δήλωσε μετά τη συνάντηση η Κρ. Λαγκάρντ.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας, κ. Καλβέι, η οποία και απάντησε σε σχετική ερώτηση της «Εφ.Συν.», «η χθεσινή συμφωνία έγινε στη βάση των ισχυουσών συμφωνιών του Eurogroup. Σε αυτό προβλέπεται πλεόνασμα ύψους 3,5%. Και οι συνεννοήσεις αυτές εξακολουθούν και ισχύουν».
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Γερμανία επιθυμεί το ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν ισοδυναμεί απαραίτητα για την ελληνική κυβέρνηση με επίλυση όλων των σοβαρών διαφορών, ενώ δημιουργεί ερωτήματα γιατί έπρεπε να περάσει τόσος χρόνος και να υπάρξουν τόσες αντιπαραθέσεις -που λειτουργούσαν εις βάρος της ελληνικής οικονομίας- για να φτάσουμε στη χθεσινή συμφωνία.
Πλέον το Μέγαρο Μαξίμου αναμένει να διαφανούν οι προθέσεις των δανειστών άμα τη επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα την προσεχή Τρίτη, οπότε και θα επανεκκινήσουν οι πολιτικές διαβουλεύσεις καθώς η κατάσταση παραμένει περιπλεγμένη.
Τα κρίσιμα ζητήματα που παραμένουν προς επίλυση -και βασικά θα κρίνουν και το τελικό αποτέλεσμα του όλου πακέτου μέτρων- είναι το ποσοστό του ΑΕΠ στο οποίο αυτά θα αντιστοιχούν, αλλά και η χρονική έκταση υλοποίησής τους.
Με άλλα λόγια, μια συμφωνία που θα προβλέπει περικοπές ενός μικρού ποσοστού του ΑΕΠ, που θα «μοιραστούν» σε βάθος αρκετών ετών και ως αντιστάθμισμα θα νομοθετηθούν μια σειρά φοροαπαλλαγές, συνιστά μια αποδεκτή και διαχειρίσιμη λύση για την κυβέρνηση.
Γι’ αυτό και στο Μαξίμου αποφεύγουν με κάθε τρόπο να θέσουν χρονικό όριο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Ο γερμανικός Τύπος
«Δημόσια δεν το λέει βεβαίως κανείς. Ωστόσο, επικρατεί συναίνεση ανάμεσα στη Γερμανίδα καγκελάριο και τη Γαλλίδα γενική διευθύντρια του ΔΝΤ: θα ήθελαν να μην πρέπει να ασχολούνται άλλο με την Ελλάδα. Η μικρή ευρωπαϊκή χώρα αντλεί πόρους του Ταμείου, σε βαθμό που δεν αντιστοιχεί καθόλου στο βάρος και τη σημασία της. Το ΔΝΤ έχει ακόμη 188 χώρες μέλη, οι περισσότερες εξ αυτών είναι φτωχότερες από την Ελλάδα», σχολιάζει σε άρθρο της η Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) και σημειώνει ότι η Κριστίν Λαγκάρντ δέχεται ολοένα εντονότερες πιέσεις.
Στόχος της συνάντησης των Μέρκελ – Λαγκάρντ, σύμφωνα με πληροφορίες ατόμων από το περιβάλλον τους, ήταν όπως και στο παρελθόν «να επιλύσουν την αναδυόμενη ελληνική κρίση πριν να μπορέσει να κλιμακωθεί» γράφει η Handelsblatt.
Η οικονομική εφημερίδα του Ντίσελντορφ αναφέρεται, επίσης, σε ορισμένους παράγοντες που περιορίζουν την ικανότητα δράσης τόσο της Μέρκελ όσο και της Λαγκάρντ.
«Η επικεφαλής του ΔΝΤ βρίσκεται υπό πίεση διότι οι ειδικοί του Ταμείου έχουν αμφιβολίες για το πρόγραμμα βοήθειας (σ.σ. για την Ελλάδα). Ταυτόχρονα, η Λαγκάρντ δεν γνωρίζει ακόμη πώς θα τοποθετηθούν οι ΗΠΑ -που έχουν τη μερίδα του λέοντος στο ΔΝΤ. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προξενεί ανησυχία και στο ΔΝΤ.
»Από την άλλη πλευρά η Μέρκελ πιέζεται εν μέσω προεκλογικού αγώνα από την κοινοβουλευτική ομάδα των χριστιανικών κομμάτων. Ελαφρύνσεις χρέους όπως τις ζητά το ΔΝΤ μπορεί να προσφέρει μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Αναζητείται ένας συμβιβασμός που να μπορούν να πουλήσουν η Μέρκελ στο Βερολίνο και η Λαγκάρντ στη Ουάσινγκτον. Οι επόμενες συνομιλίες των δύο έχουν ήδη προγραμματιστεί» σημειώνει κλείνοντας η Handelsblatt.
«Η γερμανική κυριαρχία στην ευρωζώνη αποτελεί παρελθόν. Η καγκελάριος διστάζει να πάρει το ρίσκο σκληρών όρων λιτότητας για την Αθήνα – κυρίως λόγω της Γαλλίας», γράφει σε σχόλιό της η Welt. Ο αρθρογράφος σχολιάζει τον άκρως εμπιστευτικό χαρακτήρα στη συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ, καθώς και στο ακόλουθο δείπνο της καγκελαρίου με τον πρόεδρο της Κομισιόν Γιούνκερ.
Η παρουσία των δύο στο Βερολίνο «δίνει την εντύπωση ότι εν τέλει είναι πάλι η Μέρκελ αυτή που αποφασίζει» σημειώνει η Welt, για να τονίσει ωστόσο ότι «δεν είναι πια έτσι», εξαιτίας των μετατοπίσεων που προκάλεσαν στην Ευρώπη η μεταναστευτική κρίση, το Brexit αλλά και η εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.
