Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για το 2017 ρυθμό ανάπτυξης 1,5% για τη ζώνη του ευρώ και 1,6% για την Ε.Ε., αλλά και εμπόδια στην ανάπτυξη.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη αναμένεται να συνεχιστεί με συγκρατημένο ρυθμό, καθώς οι πρόσφατες θετικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας και η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης αντισταθμίζονται από μια σειρά εμποδίων στην ανάπτυξη και την εξασθένηση ευνοϊκών παραγόντων.
Αναμένει, λοιπόν, αύξηση του ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ κατά 1,7% το 2016, 1,5% το 2017 και 1,7% το 2018. Η αύξηση του ΑΕΠ γενικά στην Ε.Ε. προβλέπεται να ανέλθει σε 1,8% φέτος, 1,6% το 2017 και 1,8% το 2018.
Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης καθ’ όλη την περίοδο μέχρι το 2018, υποστηριζόμενη από τις προσδοκίες για συνέχιση της αύξησης της απασχόλησης και ελαφρά άνοδο των μισθών.
Το κόστος δανεισμού παραμένει ευνοϊκό για την ανάπτυξη, ως αποτέλεσμα της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής.
Το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να εξακολουθήσει να μειώνεται και οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται.
Η ανεργία στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να μειωθεί σχετικά γρήγορα, από 10,1% το 2016 σε 9,7% το επόμενο έτος και 9,2% το 2018.
Η ίδια τάση αναμένεται και για το σύνολο της Ε.Ε., με μείωση της ανεργίας από 8,6% το τρέχον έτος σε 8,3% το επόμενο έτος και 7,9% το 2018. Για τη ζώνη του ευρώ είναι το χαμηλότερο επίπεδο από το 2009.
Ωστόσο, η πολιτική αβεβαιότητα, η βραδεία ανάπτυξη εκτός Ε.Ε. και τα χαμηλά επίπεδα των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών επηρεάζουν αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης.
Εξακολουθεί επίσης να ελλοχεύει ο κίνδυνος οι χαμηλές επιδόσεις της οικονομίας κατά τα τελευταία έτη να επιβραδύνουν την ανάπτυξη, ενώ η εμμένουσα υποτονικότητα της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει δυνατότητα ταχύτερης ανάπτυξης χωρίς αδικαιολόγητες πληθωριστικές πιέσεις.
Επιπλέον, κατά τα προσεχή έτη, η ευρωπαϊκή οικονομία δεν θα είναι πλέον σε θέση να υπολογίζει στην έκτακτη στήριξη την οποία είχε από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η πτώση των τιμών του πετρελαίου και η νομισματική υποτίμηση.
