Σε νέα περιδίνηση βρίσκεται πλέον η Ρωσία μετά τη νέα αποτυχημένη προσπάθεια της κεντρικής της τράπεζας να στηρίξει το εθνικό νόμισμα.
Η ρωσική κεντρική τράπεζα προχώρησε αιφνιδιαστικά χθες στη μία τα ξημερώματα σε αύξηση του βασικού της επιτοκίου κατά 6,5%, ανεβάζοντάς το από το 10,5% στο 17%. Η αύξηση αυτή –η μεγαλύτερη των τελευταίων 16 ετών– δεν κατάφερε όμως να σταματήσει την ελεύθερη πτώση του ρουβλίου, το οποίο, ενώ αρχικά κινήθηκε ανοδικά, στη συνέχεια διολίσθησε έως και τα 80 ρούβλια έναντι του δολαρίου, 20% χαμηλότερα σε σχέση με προχθές. Ανάλογη πτώση της τάξης του 13%, στα 91 ρούβλια, σημείωσε ενδοσυνεδριακά το ρωσικό νόμισμα και έναντι του ευρώ. Συνολικά οι απώλειες για το ρωσικό νόμισμα ξεπερνούν από την αρχή του χρόνου το 50% κι αυτό ξυπνά πλέον μνήμες 1998, όταν σε διάστημα λίγων ημερών η ισοτιμία του κατέρρευσε και η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία.
Αιτία της σημερινής νομισματικής κρίσης είναι ο οικονομικός πόλεμος στον οποίο η Ρωσία ενεπλάκη με τη Δύση λόγω της Ουκρανίας. Η Δύση γνώριζε πολύ καλά τις αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας -την απαρχαιωμένη και αναποτελεσματική βιομηχανία της, τον ελλειμματικό χρηματοπιστωτικό τομέα της, την υπερεξάρτηση από τις εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και πρώτων υλών- πριν ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο. Και χτύπησε ανάλογα με συνεχείς κυρώσεις και κυρίως με το μεθοδευμένο -όπως αποδεικνύεται- γκρέμισμα των πετρελαϊκών τιμών από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Χθες η τιμή του πετρελαίου μπρεντ υποχώρησε για πρώτη φορά από τον Μάιο του 2009 κάτω και από το επίπεδο των 60 δολαρίων, στα 58,80 δολάρια ανά βαρέλι.
Συναλλαγματικά αποθέματα
Το ερώτημα που αναδύεται μετά τη χθεσινή ημέρα είναι τι μπορεί πλέον να σταματήσει την περαιτέρω πτώση του ρουβλίου και την καθίζηση της ρωσικής οικονομίας όταν μια τεράστια αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 6,5% δεν φέρνει αποτέλεσμα. Η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας, που κατηγορείται από αρκετούς για καθυστερημένη αντίδραση, δαπάνησε φέτος περισσότερα από 80 δισ. δολάρια προκειμένου να στηρίξει το ρούβλι, ενώ η χώρα έχει συνολικά συναλλαγματικά αποθέματα 416 δισ. δολαρίων. Υπάρχει δηλαδή αρκετό «λίπος» ακόμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των μέτρων που έχουν ληφθεί δεν έχουν υπάρξει ακόμη περιορισμοί στις εξαγωγές κεφαλαίων από τη χώρα και άλλοι έλεγχοι αυτού του τύπου. Χθες μάλιστα, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών απέρριψε το ενδεχόμενο λήψης τέτοιου είδους μέτρων.
Κατά συνέπεια, πολλά φαίνεται ότι θα εξαρτηθούν στη συνέχεια από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Ρωσίας και πιο συγκεκριμένα από το πόσο ισχυρός θα συνεχίσει να είναι ο σύνδεσμος μεταξύ του Πούτιν και των ολιγαρχών. Οταν η οικονομική πίεση προς τους τελευταίους θα καταστεί δυσβάστακτη, τότε πιθανότατα κάποια πράγματα θα αλλάξουν. Και η Δύση θα μπορεί να ισχυριστεί ότι νίκησε.
