Την περασμένη Δευτέρα, λίγες ώρες μετά τη διαρροή των Panama Papers, ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Ανχελ Γκουρία δήλωνε ότι ο Παναμάς είναι το τελευταίο προπύργιο που συνεχίζει να επιτρέπει την απόκρυψη κεφαλαίων από τις φορολογικές και τις δικαστικές αρχές του πλανήτη.
Εκανε λάθος αφού δεν υπολόγισε τις ΗΠΑ, οι οποίες -όλως τυχαίως- συμβαίνει να είναι και ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του ΟΟΣΑ.
Υπό την πίεση των αλλεπάλληλων δημοσιογραφικών αποκαλύψεων των τελευταίων ετών, περίπου 100 κυβερνήσεις απ’ όλο τον κόσμο συμφώνησαν να επιβάλουν από το 2014 νέα πρότυπα γνωστοποίησης για τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τα τραστ και κάποιες άλλες επενδύσεις που πραγματοποιούνται από τους πελάτες του χρηματοπιστωτικού συστήματος διεθνώς.
Την πρόταση γι’ αυτά τα πρότυπα είχε υποβάλει ο ΟΟΣΑ. Χώρες όπως η Ελβετία και οι Βερμούδες συμφώνησαν με βάση αυτά τα πρότυπα στην παροχή πληροφοριών για τραπεζικούς λογαριασμούς σε ιδρύματα της επικράτειάς τους προς τις φορολογικές αρχές άλλων χωρών.
Ωστόσο μια χούφτα χωρών αρνήθηκε να υπογράψει και η πιο μεγάλη εξ αυτών ήταν οι ΗΠΑ.
Η άρνηση αυτή στρέφει ήδη ένα μεγάλο μέρος του βρόμικου χρήματος του πλανήτη προς την επικράτειά τους.
Οι εμπλεκόμενες στη διακίνηση του μαύρου χρήματος οντότητες -τράπεζες, δικηγορικά γραφεία, λογιστές, τραστ- αξιοποιούν αυξανόμενα αυτή την άρνηση των ΗΠΑ ως εργαλείο μάρκετινγκ προκειμένου να προσελκύσουν υπεράκτια κεφάλαια σε Πολιτείες όπως η Νεβάδα και η Νότια Ντακότα.
Χάρη στο νομικό καθεστώς προστασίας του απορρήτου που εφαρμόζουν, οι εν λόγω Πολιτείες μαζί με το Ντελαγουέρ αποτελούν τους ακμάζοντες φορολογικούς παραδείσους της υπερδύναμης συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερο χρήμα απ’ όλο τον κόσμο.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει τολμήσει μέχρι στιγμής να αγγίξει αυτό το καθεστώς, παρότι τον προηγούμενο μήνα μέλη και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου εισηγήθηκαν νομοσχέδια που απαιτούν την αποκάλυψη των πραγματικών ιδιοκτητών των αμερικανικών εταιρειών.
Ωστόσο είναι αμφίβολο αν αυτή η νομοθετική παρέμβαση θα ψηφιστεί και θα καταφέρει να αντιμετωπίσει τελικά τη φοροαποφυγή και το ξέπλυμα χρήματος από τους μη Αμερικανούς πολίτες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2010, όταν η αμερικανική Δικαιοσύνη άρχισε να ερευνά και να προσάγει ελβετικές τράπεζες γιατί διευκόλυναν Αμερικανούς πολίτες στη φοροδιαφυγή, το Κογκρέσο ψήφισε νομοθεσία η οποία υποχρέωνε κάποιες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα να αποκαλύπτουν στις φορολογικές αρχές τα στοιχεία ξένων τραπεζικών λογαριασμών που διακρατούν οι Αμερικανοί πολίτες.
Ωστόσο, ο νόμος αυτός δεν υποχρέωνε τις τράπεζες να χορηγούν πληροφορίες στο εξωτερικό για τους ξένους πολίτες που είχαν αμερικανικούς λογαριασμούς. Το κενό αυτό κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα πρότυπα που πρότεινε ο ΟΟΣΑ το 2014 αλλά οι ΗΠΑ αρνούνται να αποδεχθούν.
Δέσμευση Παναμά στον ΟΟΣΑ
Από την πλευρά του ο Παναμάς δεσμεύτηκε στα πρότυπα του ΟΟΣΑ τον περασμένο Νοέμβριο, θέτοντας ωστόσο κάποιους δικούς του όρους.
Η ασθενής δέσμευσή του είχε αποτέλεσμα να προσελκύσει πελάτες.
Ενας μεγάλος αριθμός υπεράκτιων λογαριασμών μεταφέρθηκαν συγκεκριμένα από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και τα Νησιά Καϊμάν προς την επικράτειά του.
Ετσι στα τέλη Φεβρουαρίου ο ΟΟΣΑ απέσυρε τον Παναμά από τη λίστα των χωρών που συμφωνούν στην ανταλλαγή πληροφοριών.
Αρκετοί πιστεύουν ωστόσο ότι μετά τα Panama Papers, η χώρα της Κεντρικής Αμερικής θα αναγκαστεί να υπογράψει τη συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών του διεθνούς οργανισμού.
Οχι όμως και οι ΗΠΑ οι οποίες, όπως εκτιμούν οι ειδικοί, λόγω της πολιτικής ισχύος θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διεθνείς συμφωνίες ανάλογα με τη θέλησή τους, συγκεντρώνοντας φυσικά όλο και περισσότερο βρόμικο χρήμα στην επικράτειά τους.
