Aντιμέτωπες με την εκτόξευση των πετρελαϊκών τιμών στα 100 δολάρια και τον αυξανόμενο κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες της υφηλίου συνεδριάζουν ταυτόχρονα αυτήν την εβδομάδα, για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2021. Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Τράπεζα της Αγγλίας, Τράπεζα της Ιαπωνίας, Κεντρική Τράπεζα του Καναδά, στην πρώτη συνεδρίαση των διοικητικών τους συμβουλίων από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν καλούνται να βρουν τη χρυσή τομή για την κατεύθυνση της νομισματικής τους πολιτικής στη συνέχεια.
Παρά τη χθεσινή προτροπή του Ντόναλντ Τραμπ προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ για άμεση μείωση των επιτοκίων, ούτε η Fed, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Αγγλίας ή η Τράπεζα της Ιαπωνίας αναμένεται να χαλαρώσουν. Οπως δεν αναμένεται και να αυξήσουν τα επιτόκιά τους. Ωστόσο η ραγδαία άνοδος των τιμών ενέργειας έχει προκαλέσει συγκρίσεις με το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και το άνοιγμα της παγκόσμιας οικονομίας μετά την πανδημία του Covid-19 οδήγησαν τον πληθωρισμό στα ύψη.
Οι κορυφαίες κεντρικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων της Fed και της ΕKT, αν και αύξησαν τα επιτόκιά τους στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών, επικρίθηκαν για την πολύ αργή αντίδρασή τους και την εκτίμησή τους, τότε, ότι η εκτόξευση του πληθωρισμού παγκοσμίως θα ήταν παροδική. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού αυτή η υστέρηση αποδείχθηκε καταλυτική, καθώς η διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα για καιρό υποβάθμισε κάθετα το επίπεδο διαβίωσής τους..
Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ο οργανισμός που συμβουλεύει τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου, προέτρεψε χθες τους υπεύθυνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής να μην αντιδράσουν υπερβολικά στην άνοδο των παγκόσμιων τιμών ενέργειας. «Είναι ένα είδος σπασμωδικής αντίδρασης», προειδοποίησε ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της BIS, Hyun Song Shin, προσθέτοντας ότι «οι βασικοί δείκτες πληθωρισμού δεν έχουν ακόμη μετακινηθεί στον ίδιο βαθμό, καθιστώντας την εικόνα πολύ συγκεχυμένη» συνολικά.
Από την πλευρά τους, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έσπευσαν να ανατιμολογήσουν τις προσδοκίες μειώνοντας στο μισό τον αριθμό των μειώσεων των επιτοκίων της Fed φέτος και προεξοφλώντας τουλάχιστον μία αύξηση από την ΕΚΤ έως τον Ιούλιο, μαζί με μια πιθανότητα 85% για μια δεύτερη αύξηση μέχρι το τέλος του έτους.
Στο μεταξύ, οι οικονομολόγοι έχουν αρχίσει να αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα μειώνουν τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη. Στο βάθος ο μεγάλος κίνδυνος που προβάλλει είναι ο στασιμοπληθωρισμός. Ουκ ολίγοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης περιόδου χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού, ανάλογης με αυτήν που βίωσε η ανθρωπότητα στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Μεταξύ αυτών και ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ, που προειδοποίησε πρόσφατα ότι η εκτόξευση των τιμών ενέργειας, οι διαταραχές στις μεταφορές και στην παραγωγή λιπασμάτων, καθώς και το ενδεχόμενο ακριβότερων τροφίμων σε συνδυασμό με την ασθμαίνουσα ανάπτυξη και το γεωπολιτικό χάος θα μπορούσαν να εγκλωβίσουν την παγκόσμια οικονομία σε στασιμοπληθωρισμό. Μια παγίδα από την οποία η έξοδος –όπως απέδειξαν οι κρίσεις του παρελθόντος– είναι πολύ δύσκολη, καθώς τα μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των τιμών, όπως είναι τα υψηλότερα επιτόκια, επιδεινώνουν την ανάπτυξη και την ανεργία, ενώ τα μέτρα για την τόνωση της ανάπτυξης οδηγούν σε υψηλότερο πληθωρισμό.
