Από το φθινόπωρο του 2024 μέχρι και σήμερα, αρχές Μαρτίου του 2026, η Ε.Ε. ταλαντεύτηκε από το ένα άκρο του… πάγιου «οικονομισμού» στο άλλο άκρο της γεωπολιτικής και της επιταχυνόμενης στρατιωτικοποίησης. Από το «η οικονομία και το ευρώ είναι το παν» στο «η άμυνα και η ασφάλεια είναι πάνω απ’ όλα». Η οικονομία βέβαια είναι πάντα το υπόβαθρο, αλλά πλέον η γεωπολιτική και η πιο επιδραστική της διάσταση, η στρατιωτικοποίηση, είναι η βασική ορίζουσα. Μαζί και η «γεωοικονομία» των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με τη Mercosur και την Ινδία, αλλά και κινήσεις «επέκτασης» του ευρώ ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος στον χώρο που αφήνει το δολάριο στη σταδιακή υποχώρησή του.
Ελλειμμα «μαμούθ»
Ως εδώ καλά, αλλά υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα: δει δη χρημάτων, δηλαδή επενδύσεων, κι εδώ τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Οι δύο ισχυροί αντίπαλοι πόλοι, οι ΗΠΑ και η Κίνα, έχουν τη δυνατότητα να αφιερώνουν ή και να κατευθύνουν πόρους μεγάλου ύψους για τη χρηματοδότηση των νέων τεχνολογιών, της Τεχνητής Νοημοσύνης, της βιομηχανίας που πλέον στηρίζεται στους δύο προηγούμενους παράγοντες, ενώ στην Ε.Ε. πολλοί έχουν σχέδια και ιδέες αλλά λύση δεν διαφαίνεται.
Τα πράγματα είναι απλά: Οι ΗΠΑ έχουν έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που αντιστοιχεί στο 23% του ΑΕΠ, ενώ βάσει του Σχεδίου της Κομισιόν για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό 2028-2034, το ύψος του θα ανέλθει σε 2 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 1,26% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Οι ΗΠΑ κατευθύνουν κρατικούς πόρους 700 και πλέον δισ. ευρώ και ιδιωτικούς πόρους πάνω από 600 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τις νέες τεχνολογίες και τη βιομηχανία «εδώ και τώρα», ενώ στην Ε.Ε. συζητούν για επενδυτικούς πόρους μερικών εκατοντάδων δισ. ευρώ σε βάθος 7ετίας. Οσο για την «κεντρικοκατευθυντική» Κίνα, αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα διάθεσης και συγκεκριμένης επένδυσης τεράστιων πόρων στους τομείς αιχμής, με «πακέτα» που ανέρχονται ή και ξεπερνούν το 1 τρισ. δολάρια ετησίως.
Ο Μάριο Ντράγκι με την περίφημη έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε. προσδιόρισε το ετήσιο ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων σε περίπου 850 δισ. ευρώ. Αντ’ αυτού, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν εξασφαλίζει καν 850 δισ. ευρώ στην 7ετία. Εν ολίγοις, το έλλειμμα επενδύσεων στην Ε.Ε. σε βάθος 7ετίας ξεπερνά τα 5 τρισ. ευρώ!
Στα δόντια του «δράκου»
Τα πράγματα θα ήταν λίγο πιο ευνοϊκά για την Ε.Ε. αν ξεκινούσε αυτή την «κούρσα» ανταγωνισμού από πλεονεκτική θέση – θα είχε το πλεονέκτημα του χρόνου. Ομως -φευ!- δεν ξεκινά καν από την ίδια αφετηρία, αλλά από μειονεκτική θέση. Τα στοιχεία του εμπορικού ισοζυγίου Ε.Ε. – Κίνας είναι αποκαλυπτικά (βλέπε σχετικό πίνακα):

● Το εμπορικό ισοζύγιο Ε.Ε. – Κίνας είναι σημαντικά ελλειμματικό για την Ε.Ε. τα τελευταία 11 χρόνια (από το 2015 και μέχρι το 2025).
● Το έλλειμμα αυτό εκτινάχθηκε στα χρόνια μετά το 2020.
● Εφτασε στο υψηλότερο σημείο του το 2022, όταν κορυφώθηκε στα 397,4 δισ. ευρώ.
● Παραμένει κοντά σε αυτό το υψηλό και το 2025 (-359,3 δισ. ευρώ).
Το πλέον απογοητευτικό για την Ε.Ε. στοιχείο του εμπορικού ισοζυγίου με την Κίνα είναι ότι η Κίνα υπερτερεί πλέον σαφώς σε εξαγωγές προς την Ε.Ε. βιομηχανικών και τεχνολογικών προϊόντων. Οτι, στο πλαίσιο αυτό, έχει υπερκεράσει σαφώς -και μάλλον ανεπίστρεπτα- την Ε.Ε. σε τομείς όπως τα αυτοκίνητα (σαρωτικό πλεονέκτημα στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα) και τα βιομηχανικά και τεχνολογικά προϊόντα που αφορούν τα ηλιακά πάνελ, τις μπαταρίες κ.λπ. Οτι είναι ένα βήμα πριν φτάσει τις ΗΠΑ στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ η Ε.Ε. τις παρατηρεί ακολουθώντας σε μεγάλη απόσταση.
Ενδεικτικά, ένα στοιχείο που «πονάει»: η αξία των γερμανικών εξαγωγών αυτοκινήτων στην Κίνα μειώθηκε μεταξύ 2022-2024 από 30 δισ. ευρώ σε 14 δισ. ευρώ – πτώση πάνω από 50%!
Κινούμενη άμμος
Τα δεδομένα αυτά εξηγούν τον υπερεσπευσμένο τρόπο με τον οποίο γίνονται «μεγάλες κινήσεις» όπως η υπογραφή της συμφωνίας Mercosur και της συμφωνίας με την Ινδία: καθώς οι δασμοί του Τραμπ κάνουν την αμερικανική αγορά δυσπρόσιτη για τα ευρωπαϊκά τεχνολογικά και βιομηχανικά προϊόντα και το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα γίνεται βραχνάς, η γερμανική κατά κύριο λόγο βιομηχανία αναζητεί άλλες αγορές.
Οτι γι’ αυτό θυσιάζει την ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή στον ανταγωνισμό με τα φτηνά αγροτικά προϊόντα των νέων εμπορικών της εταίρων προφανώς η γερμανική ελίτ το βλέπει σαν «παράπλευρη απώλεια». Ομως, άλλες χώρες, λιγότερο ωφελημένες καθότι δεν έχουν υψηλής αξίας εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, προωθούν σαν αντίβαρο το «αγοράζουμε ευρωπαϊκά», που είναι σε προφανή αντίθεση με το πνεύμα των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου.
Στο τέλος πάντως καθιζάνει το ενοχλητικό ίζημα: δει δη επενδύσεων μεγάλης κλίμακας. Και πώς αυτές θα χρηματοδοτηθούν; Το κοινό ευρωπαϊκό χρέος φαίνεται η μόνη πρακτική απάντηση. Ολα τα υπόλοιπα είναι «ιδέες» χρήσιμες μόνο για ημερίδες και συναντήσεις…
