Εφιαλτικό σενάριο για τη βιωσιμότητα του πλανήτη δημοσιοποίησε χθες ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ), προβλέποντας ότι η ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα συνεχίσει να αυξάνεται ώς το 2050 καθιστώντας όνειρο απατηλό τον παγκόσμιο στόχο για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμό Κελσίου.
Ο εποπτικός φορέας ενεργειακής ασφάλειας της Δύσης -δεχόμενος ισχυρές πιέσεις από την κυβέρνηση Τραμπ- αναίρεσε την περσινή εκτίμησή του για κορύφωση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και φυσικού αερίου ώς το 2030, μεταθέτοντάς την κατά… 20 ολόκληρα χρόνια. Στην ετήσια έκθεσή του για Παγκόσμιες Ενεργειακές Προοπτικές, που έδωσε χθες στη δημοσιότητα ο ΙΕΑ, προβλέπει πλέον ότι η ζήτηση όχι μόνο δεν θα αρχίσει να υποχωρεί μετά το 2030, όπως εκτιμούσε πέρυσι, αλλά αντίθετα θα αυξηθεί ώς τα μέσα αυτού του αιώνα κατά 13% -σε σχέση με τα επίπεδα του 2024, στα 113 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Αναμένοντας κορύφωση της παγκόσμιας ζήτησης ώς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας ο ΙΕΑ προέβλεπε σε προηγούμενες εκθέσεις του ότι δεν θα χρειάζονταν περισσότερες επενδύσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο έτσι ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι για το κλίμα. Οι προβλέψεις κορύφωσης της ζήτησης είχαν χαρακτηριστεί από τον υπουργό Ενέργειας του Τραμπ, Κρις Ράιτ, «ανόητες».
Το παραπάνω σενάριο του Οργανισμού για τη ζήτηση βασίζεται στις υφιστάμενες πολιτικές που ασκούν οι κυβερνήσεις της υφηλίου και όχι στα σχέδιά τους για επίτευξη των κλιματικών στόχων. Η τελευταία φορά που ο IEA χρησιμοποίησε τις υφιστάμενες πολιτικές ήταν στις προβλέψεις του το 2019. Αντίθετα, στη συνέχεια, είχε ευθυγραμμίσει τις εκτιμήσεις του περισσότερο με τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας και τις δεσμεύσεις των κυβερνήσεων για επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2050. Αρκετοί παρατηρητές υπογράμμιζαν χθες ότι η αλλαγή αυτή υποδεικνύει παρέμβαση της φίλιας προς τα πετρελαϊκά συμφέροντα κυβέρνησης Τραμπ, η οποία αρνείται την κλιματική κρίση και ακυρώνει τις πολιτικές πράσινης μετάβασης που είχε υιοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν. Αν μη τι άλλο, υποβαθμίζει την αξιοπιστία των προβλέψεων του οργανισμού.
Στην έκθεσή του ο ΙΕΑ υπογραμμίζει ακόμη τη σημαντική αύξηση νέων έργων υγροποιημένου φυσικού αέριου που θα οδηγήσουν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, σε αύξηση της δυνατότητας εξόρυξης κατά περίπου 300 δισ. κυβικά μέτρα και της διαθέσιμης προσφοράς κατά 50%. Προβλέπει ότι η παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου θα αυξηθεί από τα περίπου 560 δισ. κυβικά μέτρα πέρυσι, στα 880 το 2035 και τα 1.020 δισ. κυβικά μέτρα το 2050, καθώς η ζήτηση για ενέργεια θα αυξάνεται τροφοδοτούμενη από την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης. Προβλέπει μάλιστα ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων θα φτάσουν φέτος τα 580 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας τις δαπάνες για την προμήθεια πετρελαίου, οι οποίες θα προσεγγίσουν παγκοσμίως τα 540 δισ. δολάρια.
Στο πλαίσιο αυτών των προοπτικών, ο ΙΕΑ θεωρεί ότι ο στόχος των μηδενικών ρύπων και συγκράτησης της ανόδου της θερμοκρασίας κάτω από 1,5 βαθμό Κελσίου, που συμφωνήθηκε από 190 χώρες στην παγκόσμια σύνοδο του 2015 για το κλίμα, είναι ανέφικτος. Το σενάριο των μηδενικών εκπομπών θεωρείται εφικτό μόνο εάν αναπτυχθεί τεχνολογία για την απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.
Παρά τις δυσμενείς εκτιμήσεις, ο ΙΕΑ τονίζει πάντως ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα επιτύχουν στην επόμενη δεκαετία ταχύτερη ανάπτυξη από οποιαδήποτε άλλη σημαντική πηγή ενέργειας, καθιστώντας τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα «αναπόφευκτη». Η έκθεση υποδεικνύει μάλιστα ότι αυτή η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάλυψη όλης σχεδόν της αυξανόμενης ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια παγκοσμίως, η οποία, τροφοδοτούμενη από την αυξανόμενη ζήτηση για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τη θέρμανση, την ψύξη και την τροφοδοσία κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, αναμένεται να αυξηθεί την επόμενη δεκαετία κατά 40%. Και οι λόγοι είναι και οικονομικοί, αφού η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ είναι μηδαμινή έναντι αυτής που παράγεται από τους υδρογονάνθρακες. Διόλου τυχαία, μόνο στα επόμενα 5 χρόνια αναμένεται να υλοποιηθούν περισσότερα έργα ΑΠΕ απ’ ό,τι έχουν γίνει τα προηγούμενα 40 χρόνια, υπογραμμίζει η έκθεση.
