Σε ξεκάθαρη προειδοποίηση για την κατάσταση που μπορεί να δημιουργεί στο προσεχές μέλλον προχωρά η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Μαΐου 2025), που δημοσιεύθηκε σήμερα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Η έκθεση χτυπά ηχηρά καμπανάκια, κάνοντας λόγο για κινδύνους που απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα –ιδίως στην ευρωζώνη–, την παγκόσμια ανάπτυξη, τις αγορές και τον πληθωρισμό. Ως κύριες αιτίες, η έκθεση της ΕΚΤ καταγράφει τη σημαντική αύξηση της παγκόσμιας γεωπολιτικής και πολιτικής αβεβαιότητας, καθώς και τους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία έχει θέσει τις «βάσεις» για έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο.
Σύμφωνα με την έκθεση, υπάρχουν τρεις βασικές πηγές κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης:
- Η αστάθεια στις αγορές περιουσιακών στοιχείων
- Οι επιπτώσεις των εμπορικών εντάσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, που αυξάνουν τον πιστωτικό κίνδυνο
- Ο συνδυασμός ασθενούς ανάπτυξης, αυξημένων δαπανών (όπως π.χ. για αμυντικούς εξοπλισμούς) και άλλων διαρθρωτικών προκλήσεων, που μπορούν να επιδεινώσουν τις ήδη επιβαρυμένες δημοσιονομικές πιέσεις σε ορισμένα κράτη.
Ειδικότερα για τους δασμούς, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι εντεινόμενες εμπορικές εντάσεις έχουν προκαλέσει φόβους για επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και αστάθεια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τονίζεται επίσης ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τις πολιτικές των ΗΠΑ οδηγεί σε αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές και φόβους για εμπορικό πόλεμο, γεγονός που μπορεί να πλήξει την παγκόσμια ανάπτυξη. Οι επενδυτές φαίνεται να επαναξιολογούν τους κινδύνους, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ανακατανομή των κεφαλαίων, παγκοσμίως.
Αν και με σημάδια ανάκαμψης, οι αγορές ακινήτων παραμένουν ευάλωτες, όπως και το μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα (funds, ασφαλιστικές, κ.ά.). Η αύξηση των εμπορικών εντάσεων μπορεί να πλήξει και τις τράπεζες, οι οποίες –σύμφωνα με την έκθεση– παραμένουν σε γενικές γραμμές υγιείς.
Τέλος, θα πρέπει να υπάρξουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε όσες χώρες έχουν υψηλό χρέος, όμως επιλέξουν να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, γεγονός που θα οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση των δημοσιονομικών τους στοιχείων.
