Oι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ πιο δυσμενείς μετά την παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας νωρίτερα φέτος», τονίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης στην ευρωζώνη εξαιτίας της Ελλάδας παραμένει ακόμη υπαρκτός.
Στην εξαμηνιαία έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία (World Economic Outlook) που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, το Ταμείο θεωρεί ότι ο κίνδυνος να μετατραπεί για ακόμη μία φορά η Ελλάδα σε εστία αποσταθεροποίησης ολόκληρης της ευρωζώνης δεν έχει εκλείψει πλήρως.
Προειδοποιεί ότι αν υπάρξει αβεβαιότητα στο πολιτικό σκηνικό της χώρας λόγω της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, τότε θα προκύψει κίνδυνος να προκληθούν πιέσεις στις αγορές και αστάθεια στον χρηματοοικονομικό τομέα που πιθανότατα θα μεταδοθεί στο σύνολο της ευρωζώνης.
Για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, το Ταμείο βλέπει, όπως και η Αθήνα στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, ύφεση 2,3% φέτος και 1,3% το 2016.
Μεσοπρόθεσμα, το 2020, εκτιμά πάντως ότι η ανάπτυξη θα προσεγγίσει το 2,4%. Η ύφεση στην επόμενη διετία αναμένεται να οδηγήσει σε υψηλότερα επίπεδα την ανεργία.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, αυτή θα διαμορφωθεί στο 26,8% φέτος και στο 27,1% το 2016, έναντι 25,4% και 25,8% που προβλέπει αντίστοιχα η κυβέρνηση.
Για τον πληθωρισμό βλέπει -0,4% φέτος και 0% το 2016 έναντι -0,7% και 1,1% που εκτιμά αντίστοιχα η κυβέρνηση, ενώ για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προβλέπει πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ για το 2015 και 1,5% του ΑΕΠ το 2016.
Για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας, το ΔΝΤ προβλέπει ότι το 2015 θα είναι το χειρότερο έτος από το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008.
Συγκεκριμένα ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της υφηλίου αναμένεται πλέον χαμηλότερα φέτος, στο 3,1% –από 3,3% που το Ταμείο εκτιμούσε πριν από 3 μήνες– και στο 3,4% το 2014. Αντίστοιχα για το 2016 η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται στο 3,6% από 3,8% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση.
Το Ταμείο επισημαίνει ότι σε αυτά τα επίπεδα η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας παραμένει μέτρια.
Υπογραμμίζει ότι ο επίμονα μέτριος ρυθμός ανάκαμψης των αναπτυγμένων οικονομιών και ο πέμπτος συνεχόμενος χρόνος συρρίκνωσης της ανάπτυξης στις αναδυόμενες αγορές σημαίνουν ότι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι παράγοντες, όπως η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας μετά την κρίση, τα κληροδοτήματα της κρίσης (υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, αδυναμία του χρηματοπιστωτικού τομέα, χαμηλές επενδύσεις), οι δημογραφικές αλλαγές, η συνεχιζόμενη προσαρμογή σε αρκετές αναδυόμενες αγορές μετά την (προ κρίσης) τεράστια πιστωτική και επενδυτική τους επέκταση, η επανευθυγράμμιση της ανάπτυξης στην Κίνα και η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων, παίζουν σημαντικό ρόλο.
«Οι πτωτικοί κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία εμφανίζονται πιο έντονοι σε σχέση με λίγους μήνες νωρίτερα», επισήμανε χαρακτηριστικά ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Μορίς Ομπστφελντ, υπογραμμίζοντας ότι το Ταμείο υπήρξε υπεραισιόδοξο στις εκτιμήσεις του την τελευταία 4ετία.
Η έκθεση προβλέπει ότι την ισχυρότερη ανάπτυξη από το γκρουπ των 7 πιο ισχυρών οικονομιών του πλανήτη (G7) θα εμφανίσουν οι ΗΠΑ – 2,6% φέτος και 2,8% το 2016.
Η Βρετανία θα «τρέξει» με τον δεύτερο ταχύτερο ρυθμό – 2,5% και 2,2% αντίστοιχα. Από ’κεί και πέρα όμως καμία άλλη από τις χώρες του G7 (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Καναδάς) δεν θα καταφέρει να πετύχει υψηλότερη του 2% ανάπτυξη τόσο φέτος όσο και το 2016.
Μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι
Προειδοποιεί έτσι ότι «ο βασικός κίνδυνος για τις αναπτυγμένες οικονομίες μεσοπρόθεσμα είναι μια περαιτέρω διολίσθηση της ήδη χαμηλής ανάπτυξης σε στασιμότητα, ιδιαίτερα αν η παγκόσμια ζήτηση συρρικνωθεί κι άλλο λόγω της αποδυνάμωσης των αναδυόμενων αγορών και των αναπτυσσόμενων οικονομιών».
«Σε αυτό το πλαίσιο, ένας σταθερά χαμηλότερος του στόχου πληθωρισμός θα μπορούσε να λάβει πιο μόνιμο χαρακτήρα», τονίζει.
Ας σημειωθεί ότι η πρόβλεψη του Ταμείου είναι ότι η ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων οικονομιών και των αναδυόμενων αγορών θα επιβραδύνει φέτος στο 4% από 4,6% το 2014.
Μεγάλες οικονομίες αυτής της ομάδας, όπως η Βραζιλία και η Ρωσία, θα εμφανίσουν μάλιστα ύφεση, ενώ η Κίνα θα συνεχίσει να επιβραδύνει τόσο φέτος όσο και το 2016.
