Τις μεγάλες ανακατατάξεις που προκαλεί η έξαρση των γεωπολιτικών εντάσεων στο διεθνές εμπόριο αντικατοπτρίζει ο εκτοπισμός της Κίνας και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας.
Σύμφωνα με χθεσινούς υπολογισμούς του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, οι οποίοι βασίστηκαν στα επίσημα στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας, το εμπόριο της Γερμανίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες -εξαγωγές και εισαγωγές- ανήλθε στους πρώτους τρεις μήνες του 2024 στα 63 δισεκατομμύρια ευρώ. Στο ίδιο διάστημα η αντίστοιχη αξία του εμπορίου της Γερμανίας με την Κίνα υποχώρησε λίγο κάτω από τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εξέλιξη αυτή συνιστά ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή καθώς η Κίνα ήταν τα τελευταία οκτώ χρόνια ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. Η εμφάνιση της Κίνας ως οικονομίας της αγοράς τη δεκαετία του 2000 έδωσε τεράστια ώθηση στις γερμανικές εταιρείες συμβάλλοντας σημαντικά στην εδραίωση και την άνθηση του εξαγωγικά προσανατολισμένου οικονομικού μοντέλου της μεγαλύτερης οικονομίας της Ε.Ε. Παρότι πέρυσι η αξία των εμπορικών συναλλαγών των δύο χωρών άγγιξε τα 253 δισ. ευρώ, αυτός ο τεράστιος μοχλός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας άρχισε να χάνει το μομέντουμ του μετά το χτύπημα του κορονοϊού. Αφού κορυφώθηκε στο 7,9% το 2020, το μερίδιο των εξαγωγών της Γερμανίας προς την Κίνα υποχώρησε σταθερά έκτοτε πέφτοντας στο 7,5% το 2021, στο 6,8% το 2022 και κάτω από το 6% πρόσφατα. Αντίθετα, οι ΗΠΑ απορρόφησαν την ίδια περίοδο όλο και μεγαλύτερο μερίδιο των γερμανικών εξαγωγών, που σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 10% αυτών.
Οι οικονομικοί αναλυτές αποδίδουν την εξέλιξη αυτή σε μια σειρά από διαφορετικούς παράγοντες. Ο Vincent Stamer, οικονομολόγος της Commerzbank, αποδίδει την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ στην εύρωστη οικονομία τους και στην ισχυρή ζήτηση που παρουσιάζει η χώρα μετά την πανδημία, ενώ εξίσου σημαντικό ρόλο έχουν και διαρθρωτικοί παράγοντες. «Η Κίνα έχει ανέβει επίπεδο στην κλίμακα της αλυσίδας αξίας και παράγει όλο και πιο σύνθετα αγαθά, τα οποία συνήθιζε στο παρελθόν να εισάγει από τη Γερμανία», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι από την πλευρά τους και οι γερμανικές εταιρείες παράγουν πλέον όλο και περισσότερο τοπικά, εκεί που πουλούν τα προϊόντα τους, αντί να τα εξάγουν από τη Γερμανία προς την Κίνα.
Ο σημαντικότερος ωστόσο παράγοντας του εκτοπισμού της Κίνας από τις ΗΠΑ είναι γεωπολιτικός. Η Ουάσινγκτον έχει επιλέξει τον δρόμο της ρήξης όχι μόνο με τη Μόσχα αλλά και με το Πεκίνο και το Βερολίνο έχει ασαφώς επιλέξει από την πλευρά του να προσδεθεί όλο και πιο σφιχτά στο αμερικανονατοϊκό άρμα και στις πολιτικές που προωθούν οι πολιτικοοικονομικές ελίτ της υπερδύναμης.
Η ρήξη των τόσο πολύτιμων για την ενεργειακή επάρκεια της Γερμανίας σχέσεων με τη Ρωσία, η στάση που κρατά το Βερολίνο στη σημερινή γενοκτονία στη Γάζα και ευρύτερα στην κρίση που ταλανίζει τη Μέση Ανατολή, η υπακοή στο κέλευσμα των Αμερικανών για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ, μετά από χρόνια σθεναρής αντίστασης, είναι μόνο μερικές παράμετροι αυτής της επιλογής. «Με έναν σαφή παγκόσμιο οικονομικό αντίθετο άνεμο για το εξαγωγικά προσανατολισμένο γερμανικό οικονομικό μοντέλο, φαίνεται να λαμβάνει χώρα ένας αναπροσανατολισμός -γεωπολιτικά υποκινούμενος- μακριά από την αντίπαλο του συστήματος Κίνα και προς τον διατλαντικό εταίρο των ΗΠΑ», εξηγεί χαρακτηριστικά ο Juergen Matthes του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου IW.
Ανταλλάγματα
Και αυτό με τη σειρά του υποδεικνύει ποιο ήταν ενδεχομένως το αντάλλαγμα που ζήτησαν οι πανίσχυροι Γερμανοί βιομήχανοι προκειμένου να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για τη ρήξη με τη Ρωσία και το φτηνό φυσικό αέριό της και τον έως τώρα μεγαλύτερο εμπορικό τους εταίρο, την Κίνα. Το Βερολίνο διαμηνύει ότι θέλει να μειώσει την έκθεσή του στην Κίνα επικαλούμενο τις πολιτικές διαφορές και κατηγορεί το Πεκίνο για «αθέμιτες πρακτικές». Ωστόσο αυτό πάντα συνέβαινε την τελευταία 20ετία με όποιον επιθυμούσε να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του με την Κίνα. Το δέλεαρ του φτηνού εργατικού κόστους και των τεράστιων δυνατοτήτων επέκτασης τις σκέπαζε.
Το μεγάλο ερώτημα πάντως είναι τι θα συμβεί αν οι εκλογές του επόμενου φθινοπώρου στις ΗΠΑ φέρουν στα ηνία της υπερδύναμης τον Ντόναλντ Τραμπ. «Εάν η κυβέρνηση του Λευκού Οίκου αλλάξει μετά τις εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο και κινηθεί περισσότερο προς την κατεύθυνση του κλεισίματος των αγορών, αυτή η διαδικασία (της γερμανικής στροφής) θα μπορούσε να διακοπεί», προειδοποιεί ο Dirk Jandura, πρόεδρος της εμπορικής ένωσης BGA. Θα είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί τόσο για το Βερολίνο όσο και για την Ε.Ε. καθώς θα βρεθούν κυριολεκτικά ξεκρέμαστοι.
