Η κεντρική τράπεζα της Κίνας εξέπληξε χθες τις αγορές καθώς προχώρησε σε μικρότερη παρέμβαση στα επιτόκιά της από αυτήν που οι τελευταίες προεξοφλούσαν, υποδεικνύοντας ότι δεν προτίθεται να θυσιάσει το εθνικό της νόμισμα και τις αξίες που αποτιμώνται σε αυτό για μια βαθύτερη νομισματική χαλάρωση.
Οι δυτικοί οικονομικοί αναλυτές υποστήριζαν τις τελευταίες μέρες ότι απώλεια της δυναμικής ανάκαμψης της οικονομίας, η αδύναμη κατανάλωση, τα πρώτα μηνύματα αποπληθωρισμού και η επιδείνωση της κρίσης στην αγορά ακινήτων θα πυροδοτούσαν την υιοθέτηση νέων πολιτικών οικονομικής τόνωσης, εν προκειμένω της πιστωτικής επέκτασης. Στο πλαίσιο αυτό είχαν προεξοφλήσει μείωση του επιτοκίου αναφοράς δανεισμού ενός έτους κατά -0,15% και ανάλογη περικοπή του επιτοκίου πενταετούς δανεισμού.
Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας αποφάσισε τελικά χθες να μειώσει το πρώτο -που αποτελεί αναφορά για τον τραπεζικό δανεισμό στην Κίνα- κατά 0,10%, στο 3,45% από 3,55%, ενώ διατήρησε το δεύτερο που επηρεάζει την τιμολόγηση των στεγαστικών δανείων αμετάβλητο στο 4,20%. Η κίνηση της κεντρικής τράπεζας υποδεικνύει ότι οι κινεζικές αρχές ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα της αγοράς συναλλάγματος και τη διατήρηση των αποδόσεων. Μια μεγαλύτερη μείωση των επιτοκίων της θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω διεύρυνση της διαφοράς των αποδόσεων των κινεζικών τίτλων έναντι των αντίστοιχων των άλλων μεγάλων οικονομιών προκαλώντας μαζικές πωλήσεις του γουάν και φυγή κεφαλαίων.
Ας σημειωθεί ότι η Κίνα είχε μειώσει τα δύο παραπάνω επιτόκια τoν Ιούνιο με στόχο την τόνωση της οικονομίας, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα περιέκοψε απροσδόκητα και το επιτόκιο μεσοπρόθεσμης δανειακής διευκόλυνσης κατά 15 μονάδες βάσης σε 2,5%.
Το γουάν, το οποίο από την αρχή του έτους υποχωρεί κατά 6% έναντι του δολαρίου πλησιάζοντας τα χαμηλά του περασμένου Οκτωβρίου, χθες κατέγραψε πτώση έως και 0,3% στα 7,3051 ανά δολάριο. Κάποιοι επισήμαιναν πάντως χθες ότι η προσέγγιση που ακολουθεί η κινεζική κεντρική τράπεζα στη νομισματική πολιτική της δεν είναι αρκετή για την τόνωση της ανάπτυξης στην τρέχουσα φάση. «Η αναζωογόνηση της ανάπτυξης θα απαιτήσει αρκετά μεγαλύτερες μειώσεις επιτοκίων και ρυθμιστικά μέτρα που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στην αγορά ακινήτων» τονίζουν.
