ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για επιστροφή στη λιτότητα προϊδεάζουν οι συστάσεις της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) για μια πιο συνετή δημοσιονομική πολιτική από τις κυβερνήσεις, με ψαλίδισμα των δημόσιων δαπανών και αύξηση φόρων, έτσι ώστε να νικηθεί οριστικά ο πληθωρισμός και να αποφευχθούν οι κίνδυνοι που απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στην ετήσια έκθεσή της, η επονομαζόμενη και «τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να σφίξουν τους προϋπολογισμούς τους, τα οιαδήποτε μέτρα στήριξης που παίρνουν να στοχεύουν πλέον μόνο στους πιο ευάλωτους πολίτες και να ξεκινήσουν μια μακροπρόθεσμη εξυγίανση των δαπανών τους. Οι κινήσεις αυτές, όπως υποστηρίζει, θα βοηθήσουν στη μείωση του πληθωρισμού και τον έλεγχο των κίνδυνων που απειλούν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, περιορίζοντας την ανάγκη διατήρησης των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα, οι περικοπές των δημόσιων δαπανών ή οι αυξήσεις των φόρων από τις κυβερνήσεις θα οδηγήσουν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας, σε μείωση της ζήτησης επιχειρήσεων και καταναλωτών, αποτελώντας κρίσιμο παράγοντα στην τελική προσπάθεια τιθάσευσης του πληθωρισμού. Παράλληλα, η BIS υπογραμμίζει ότι η πιο συνετή δημοσιονομική πολιτική μπορεί να μετριάσει τον κίνδυνο το ίδιο το κράτος να γίνει πηγή χρηματοπιστωτικής αστάθειας αλλά και να απελευθερώσει χώρο σε περίπτωση που χρειαστούν δημόσιοι πόροι για τη διαχείριση κρίσεων σε συνεννόηση με τις κεντρικές τράπεζες.

Η τράπεζα τονίζει ότι, παρά την υποχώρηση των τιμών από τα περσινά υψηλά δεκαετιών σχεδόν παντού, το έργο των κεντρικών τραπεζών απέχει πολύ από την ολοκλήρωσή του. Οι αγορές εργασίας εξακολουθούν να είναι σφιχτές και η αύξηση των τιμών στις υπηρεσίες είναι πιο δύσκολο να τιθασευτεί. Υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να επικρατήσει η ψυχολογία του πληθωρισμού, όπου οι αυξήσεις μισθών και τιμών να αλληλοτροφοδοτούνται. Ετσι, τα επιτόκια ίσως χρειαστεί να αυξηθούν περαιτέρω και να παραμείνουν υψηλά για περισσότερο καιρό από αυτόν που ανέμεναν οι επενδυτές και ο υπόλοιπος κόσμος. Το απαιτούμενο σφίξιμο σημειώνεται δε σε ένα περιβάλλον υψηλών κίνδυνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως τα μεγάλα επίπεδα χρέους, οι υψηλές τιμές των περιουσιακών στοιχείων και η παράδοση της ανάληψης υψηλού επενδυτικού ρίσκου που καλλιεργήθηκε έπειτα από μια μεγάλη περίοδο χαμηλών επιτοκίων.

Τα πρόσφατα τραπεζικά λουκέτα αποτελούν το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα των κινδύνων που υλοποιήθηκαν. Δεν είναι το μοναδικό. Οι κρυφές αναντιστοιχίες μόχλευσης και ρευστότητας στον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα είναι άλλη μία ευπάθεια. Εάν οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να δεσμευτούν περισσότερο ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στα υψηλά επιτόκια, η πίεση σε αυτόν θα αυξηθεί. Οι εν λόγω χρηματοοικονομικές ευπάθειες και ο υψηλός πληθωρισμός υποδεικνύουν, σύμφωνα με την ανάλυση της BIS, ότι οι νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές δοκιμάζουν πλέον τα όρια της «περιοχής σταθερότητας». Ο τελικός κίνδυνος είναι να παρασυρθούμε εκτός αυτής της περιοχής, να χαθεί η εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει η κοινωνία στο κράτος και στη λήψη των αποφάσεών του. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών είναι σύμβουλος 63 κεντρικών τραπεζών της υφηλίου που οι οικονομίες τους είναι υπεύθυνες για το 95% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Συνεχίζονται και το 2023 οι αυξήσεις σε αγροτικά προϊόντα

Οι αυξήσεις των αγροτικών προϊόντων συνεχίζονται και το 2023 – αυτό πιστοποιούν τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του έτους. Ο σχετικός δείκτης τιμών για το σύνολο της γεωργικής παραγωγής στην Ε.Ε. κατέγραψε αύξηση 17% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2022, ωστόσο η αύξηση αυτή είναι η χαμηλότερη από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Υπάρχουν, βέβαια, μεγάλες διαφορές στις αυξήσεις των τιμών επιμέρους αγροτικών προϊόντων που συνθέτουν τον αντίστοιχο δείκτη. Τις μεγαλύτερες αυξήσεις κατέγραψαν τα αυγά (+60% κατά μέσο όρο σε όλη την Ε.Ε.), το ρύζι (+51%), οι ελιές και το χοιρινό κρέας (και τα δύο +49%).

Στις τιμές των εισροών, δηλαδή των πρώτων υλών (φυτοφάρμακα, ζωοτροφές, σπόροι) που αγοράζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι για την παραγωγή τους, σε ετήσια βάση το α’ τρίμηνο του έτους (σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό) η μέση αύξηση στην Ε.Ε. ήταν 11%. Οι τιμές των ζωοτροφών αυξήθηκαν 16%, των σπόρων και των φυτικών αποθεμάτων 14% και των φυτοφαρμάκων 12%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν σε Ισπανία και Πορτογαλία (+33%) λόγω ξηρασίας, ενώ στην Ελλάδα ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε το διάστημα αυτό λίγο πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.