Eλαφρά υψηλότερη ανάπτυξη στην υφήλιο αναμένει για φέτος η Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαβλέπει σταδιακή υποχώρηση των επιτοκίων στα προ της πανδημίας επίπεδα.
Μιλώντας από την Ουάσινγκτον, οπού ξεκίνησε χθες η εαρινή συνοδός ΔΝΤ- Παγκόσμιας Τράπεζας, ο επικεφαλής της δεύτερης, Ντέιβιντ Μαλπάς, ανακοίνωσε αναθεώρηση των εκτιμήσεών της για τη φετινή παγκόσμια ανάπτυξη στο 2%, από 1,7% που ήταν η πρόβλεψη του Ιανουαρίου.
Η αναβάθμιση οφείλεται κυρίως στην Κίνα, η οποία, μετά την άρση των περιορισμών κατά της πανδημίας, προβλέπεται να τρέξει πλέον με ρυθμό 5,1%, αντί για 4,3%. Ελαφρά καλύτερα θα τα πάνε και οι ανεπτυγμένες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ευρωζώνης.
Ωστόσο, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας προειδοποίησε ότι η αναταραχή στον τραπεζικό τομέα και οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να σκοτεινιάσουν αυτήν την προοπτική, προκαλώντας νέες πτωτικές πιέσεις, στη διάρκεια του εξάμηνου. Η αποκατάσταση των ισορροπιών στον τραπεζικό τομέα θα απαιτήσει κάποιο χρόνο και οι τράπεζες ενδέχεται να αποσύρουν δανεισμό που κατευθύνεται στις επιχειρήσεις, οδηγώντας σε οικονομική επιβράδυνση, προειδοποίησε ο Μαλπάς.
Μια τέτοια εξέλιξη και συνολικά ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης σε σχέση με πέρυσι θα εντείνει τις δυσκολίες των αναπτυσσόμενων χωρών να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Η ελάφρυνση του χρέους των φτωχών χωρών καθίσταται έτσι ζωτικής σημασίας και η συνδρομή της Κίνας που κατέχει ένα μέρος αυτού σημαντική.
Σε ξεχωριστή εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε αργότερα, χθες, στην Ουάσινγκτον, τόσο ο Μαλπάς όσο και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, συμφώνησαν ότι οι χαμηλές προοπτικές για την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα -το ΔΝΤ αναμένει κάτω από το 3% τόσο φέτος όσο και στα επόμενα πέντε χρόνια- αποτελούν πρόβλημα για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο Μαλπάς υπογράμμισε ότι απαιτείται υψηλότερη ανάπτυξη για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την επιβράδυνση της ροής οικονομικών μεταναστών από τις φτωχές χώρες.
Προσέθεσε ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες αιμορραγούν από κεφάλαια αυτή τη στιγμή, λόγω των υψηλότερων επιτοκίων, είναι αυτές που βιώνουν καθαρές εκροές κεφαλαίων και αυτό πρέπει να αντιστραφεί με την εξομάλυνση των επιτοκίων. Από την πλευρά της, η Γκεοργκίεβα το ‘ριξε στις ευχές, λέγοντας πως ελπίζει ότι στις συναντήσεις των επόμενων ημερών στην Ουάσινγκτον θα δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο πώς η παγκόσμια οικονομία μπορεί να προχωρήσει σε υψηλότερη ανάπτυξη.
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία δημοσιοποιούνται σήμερα, με την παρουσίαση της εξαμηνιαίας έκθεσης του World Economic Outlook (WEO). Οι προβλέψεις του Ταμείου είναι λίγο υψηλότερες από αυτές της Παγκόσμιας Τράπεζας, καθώς βασίζονται στις συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς, ενώ της δεύτερης σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης.
Εν τω μεταξύ, μια νέα ανάλυση, η οποία περιλαμβάνεται στην έκθεση WEO και ερευνά το αν το «φυσικό» επίπεδο των επιτοκίων (αυτό που δεν τονώνει ούτε αποθαρρύνει την οικονομική δραστηριότητα) άλλαξε μετά την πανδημία, καταλήγει ότι, όταν ο πληθωρισμός τεθεί υπό έλεγχο, τα επιτόκια θα υποχωρήσουν σταδιακά στα προ Covid 19 επίπεδα. Οι οικονομολόγοι του Ταμείου υποστηρίζουν ότι τα σημερινά επίπεδα των επιτοκίων είναι «πιθανότατα προσωρινά» και εκτιμούν ότι, αφού υποχωρήσουν, στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα παραμείνουν χαμηλά, ενώ στις αναδυόμενες θα μειωθούν περαιτέρω.
Εάν αυτό είναι ακριβές, τότε σημαίνει λιγότερη δημοσιονομική πίεση, καθώς οι κυβερνήσεις θα μπορούν ξανά να δανείζονται φθηνότερα. Σημαίνει, όμως, και ότι οι κεντρικές τράπεζες, των ανεπτυγμένων κυρίως οικονομιών, ίσως να χρειαστεί να στραφούν και πάλι σε αντισυμβατικές νομισματικές πολιτικές, όπως η ποσοτική χαλάρωση, αν κάποια μελλοντική ύφεση τις ωθήσει να μειώσουν ξανά τα επιτόκιά τους στο μηδέν. Με τον κίνδυνο πάντα να προκαλέσουν ξανά «φούσκες» και άλλες παρενέργειες, όπως αυτές που βγαίνουν σήμερα στην επιφάνεια με την αναταραχή στις τράπεζες.
