Φωτιά στα μπατζάκια των κεντρικών τραπεζιτών της Δύσης και τις τσέπες των καταναλωτών έβαλαν για ακόμη μια φορά οι μεγάλες πετρελαιοπαραγωγοί χώρες της υφηλίου.
Με μπροστάρη τη Σαουδική Αραβία, οκτώ χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ+ ανακοίνωσαν αργά το βράδυ της Κυριακής εθελοντικές περικοπές της παραγωγής τους πάνω από 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως από τον επόμενο μήνα.
Οι περικοπές αντιστοιχούν στο 3,7% της παγκόσμιας ζήτησης και είναι πέραν της συμφωνίας των υπουργών Πετρελαίου των χωρών-μελών του καρτέλ τον περασμένο Νοέμβριο για μείωση 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως ώς το τέλος του 2023.
Ερχονται μετά την ανακοίνωση της Ρωσίας για παράταση της υφιστάμενης μείωσης της παραγωγής της κατά 500.000 βαρέλια ημερησίως ώς το τέλος του έτους και είχαν ως αποτέλεσμα την εκτόξευση των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου χθες κατά περίπου 5 δολάρια. Αργά το βράδυ η τιμή του μπρεντ ξεπερνούσε τα 85 δολάρια ανά βαρέλι, 6,6% υψηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση, ενώ νωρίτερα είχε αγγίξει τα 86 δολάρια.
Ο ΟΠΕΚ+ υποστήριξε ότι η αιφνιδιαστική απόφασή του είχε στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας στην πετρελαϊκή αγορά. Η κίνησή του ήρθε έπειτα από πτώση των τιμών στους πρώτους τρεις μήνες του έτους που είχε ως αποτέλεσμα τη χειρότερη επίδοση πρώτου τριμήνου από το ξεκίνημα της πανδημίας Covid-19 το 2020.
Η πτώση αυτή -που στο μεγαλύτερο άνοιγμά της έφτασε τα 13 δολάρια- δεν ήταν ωστόσο τόσο μεγάλη. Οι ειδικοί πιστεύουν έτσι ότι η χθεσινή απόφαση του καρτέλ αποτελεί κατά κύριο λόγο προληπτική κίνηση, καθώς όλες οι τελευταίες ενδείξεις από το μέτωπο της παγκόσμιας οικονομίας (ζήτηση, μεταποίηση, τραπεζική κρίση κ.λπ.) υποδεικνύουν επιβράδυνση και ενδεχομένως ύφεση σε κάποιες από τις μεγαλύτερες οικονομίες.
Στο περιβάλλον αυτό οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες και ιδίως η Σαουδική Αραβία στέλνουν επί της ουσίας με την κίνησή τους μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να ανεχτούν τιμές κάτω από τα 80 δολάρια ανά βαρέλι. Οι συζητήσεις για περαιτέρω συντονισμένες περικοπές της παραγωγής κέρδισαν άλλωστε έδαφος (σύμφωνα με δηλώσεις ανώνυμης πηγής προσκείμενης στον ΟΠΕΚ προς το CNBC) στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, όταν η αστάθεια στον τραπεζικό τομέα μετά την κατάρρευση τραπεζών υπονόμευσε την εμπιστοσύνη σε πιο ευμετάβλητες αξίες όπως τα παράγωγα του πετρελαίου.
Η πτώση των τιμών που καταγράφηκε δεν είχε να κάνει με παραμέτρους της αγοράς αλλά με την τραπεζική κρίση και τις ανησυχίες για τη ζημιά που θα προκαλούσε στην οικονομία. Ταυτόχρονα υπήρξε και άγριο σορτάρισμα.
Από την άλλη πλευρά, οι περικοπές της παραγωγής υποδεικνύουν και μια περαιτέρω ψύχρανση της Σαουδικής Αραβίας -η οποία θα μειώσει τη δική της παραγωγή κατά 500.000 βαρέλια ημερησίως- με την αμερικανική κυβέρνηση που αντιτέθηκε άμεσα στην απόφαση. Αρκετοί διακρίνουν στην κίνηση σαφείς γεωπολιτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο συμμάχων.
Η αιφνιδιαστική κίνηση του ΟΠΕΚ+ έρχεται πάντως στη χειρότερη στιγμή για τις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και τις άλλες χώρες της Δύσης, οι κεντρικές τράπεζες των οποίων παλεύουν μήνες -αυξάνοντας τα επιτόκια- να δαμάσουν τον πληθωρισμό. Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου καθιστούν παραγωγή και μεταφορές ακριβότερες ενώ μειώνουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Η απόφαση του ΟΠΕΚ+ απειλεί να καταστήσει τη μάχη μείωσης του πληθωρισμού, τα υψηλότερα επιτόκια και το υψηλότερο κόστος δανεισμού μια πολύ πιο παρατεταμένη υπόθεση από αυτήν που πιθανότατα είχαν στον νου τους οι κεντρικοί τραπεζίτες.
Πληθωριστική πίεση
Αν ο ΟΠΕΚ+ καταφέρει να ωθήσει τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω για καιρό, τότε τα επιτόκια θα παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και αυτό θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο ύφεσης. Υπό το πρίσμα αυτό, κάποιοι οικονομολόγοι αντιδρούν στις εκτεταμένες προβλέψεις αρκετών αναλυτών της αγοράς για εκτόξευση των τιμών στα 100 δολάρια το βαρέλι, τονίζοντας ότι ακόμη και αν σημειωθεί το ράλι αυτό των τιμών θα είναι σύντομο.
