ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι εποπτικές αρχές του τραπεζικού τομέα έχουν αναγνωρίσει τους αυξανόμενους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και «χτυπήσει καμπανάκι» για πιθανές καταστροφικές ζημιές από μια άτακτη μετάβαση σε μια πιο πράσινη οικονομία. Δεδομένου ότι τα ορυκτά καύσιμα είναι ο βασικός παράγοντας που συμβάλλει στην επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής και πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία τους θα πρέπει να εγκαταλειφθούν πριν από το τέλος του οικονομικού βίου τους για να επιτευχθεί η μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα, η έκθεση των τραπεζών σε περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων θα πρέπει να αποτελεί ζήτημα προτεραιότητας για μια προληπτική ρύθμιση.

Η εκτίμηση των κινδύνων των πιθανών ζημιών και ο σχεδιασμός κατάλληλων κανόνων για τη διαχείρισή τους αποτελεί βασικό σημείο εστίασης για τις αρχές προληπτικής εποπτείας σε όλο τον κόσμο.

Σε έκθεση που έδωσε νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα στη δημοσιότητα η Finance Watch αποκαλύπτεται ότι η πιστωτική έκθεση των 60 μεγαλύτερων τραπεζών του κόσμου σε περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων αγγίζει σήμερα τα 1,35 τρισ. δολάρια. Η ανάλυση –που αξιοποιεί στοιχεία του 2021– διαπιστώνει ότι από το παραπάνω ποσό τα 239 δισ. δολάρια κατέχουν 22 μεγάλες τράπεζες της Ε.Ε. Πρόκειται για πιστώσεις που αυτές έχουν έχουν χορηγήσει σε υπάρχουσες δραστηριότητες ορυκτών καυσίμων.

Από τις ευρωπαϊκές τράπεζες που καλύπτει η έκθεση, οι 6 γαλλικές είναι οι πλέον εκτεθειμένες σε περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων. Το άνοιγμά τους αγγίζει τα 142,3 δισ. δολάρια και αντιπροσωπεύει το 1,31% του ενεργητικού τους. Λιγότερο εκτεθειμένες είναι οι 4 γερμανικές τράπεζες με συνολικά με 22,8 δισ. δολάρια ή το 0,74% του ενεργητικού τους, ενώ ακόμη πιο μικρή είναι η έκθεση των 5 ιταλικών τραπεζών με 16,9 δισ. δολάρια ή το 0,61% του ενεργητικού τους. Κατά μέσο όρο οι τράπεζες της Ε.Ε. είναι ελαφρώς λιγότερο εκτεθειμένες από τις αμερικανικές τράπεζες, με το 1,05% του συνολικού ενεργητικού τους στα ορυκτά καύσιμα έναντι 1,28%.

Ενώ τα ποσοστά αυτά στο σύνολο του ενεργητικού των τραπεζών δεν φαίνονται συντριπτικά, η Finance Watch προειδοποιεί ότι συνιστούν κίνδυνο όχι μόνο για το κλίμα αλλά και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Και αυτό γιατί οι κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα και με αυτά τα στοιχεία ενεργητικού δεν αντικατοπτρίζονται στους κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τελευταίες θα μπορούν να καλύψουν μελλοντικές ζημίες.

Η ΜΚΟ θεωρεί ότι οι τράπεζες οφείλουν να υποστηρίξουν την έκθεσή τους σε υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων με περισσότερα κεφάλαια. Η εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 150% -δηλαδή του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται για περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου βάσει του πλαισίου της Βασιλείας- στα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων των τραπεζών παγκοσμίως θα ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την προστασία των τραπεζών από μελλοντικές οικονομικές ζημίες από αυτά τα ανοίγματα.

Εκτιμάται ότι για τις 60 τράπεζες το μέτρο αυτό θα απαιτούσε πρόσθετα κεφάλαια της τάξης των 157-210,2 δισ. δολαρίων, τα οποία αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο περσινό καθαρό εισόδημα που είχαν αυτές σε περίοδο 3-5 μηνών πέρσι. Οι τράπεζες από την πλευρά τους διαφωνούν.

Η Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Τραπεζών χαρακτήρισε την επιβολή ενός τέτοιου κεφαλαιακού μαξιλαριού «αντιπαραγωγική» που θα καταστήσει τις τράπεζες «πιο άκαμπτες και όχι πιο ισχυρές». Εκτιμά ότι θα οδηγήσουν σε μείωση προσφοράς κεφαλαίων προς τις υπό μετάβαση βιομηχανίες και θα αυξήσει σημαντικά το κόστος μετάβασης.

Από την πλευρά της η ΜΚΟ υποψιάζεται ότι ο λόγος που αντιδρούν οι τράπεζες δεν είναι άλλος από τα μεγαλύτερα κεφαλαιακά μαξιλάρια που θα πρέπει να δημιουργήσουν και τα οποία θα καταστήσουν αυτές ασφαλέστερες, αλλά από την άλλη πλευρά θα μειώσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΜΚΟ, οι 22 μεγαλύτερες τράπεζες της Ε.Ε. θα χρειαστεί να συγκεντρώσουν κεφάλαια 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 40% των κερδών τους για το 2021. Δεν είναι και τεράστιο ποσό…