Χωρίς να έχουν αποτυπωθεί πλήρως και σε βάθος οι επιπτώσεις της πανδημίας στις ευρωπαϊκές οικονομίες, ένας νέος άγνωστος «Χ» μπαίνει στην εξίσωση «ανάπτυξη» και μάλιστα εν μέσω πληθωριστικών πιέσεων και έκρηξης του ενεργειακού κόστους. Και δεν είναι άλλος από τις επιπτώσεις που θα έχει ο πόλεμος στην Ουκρανία, η διάρκεια και η μορφή του οποίου δεν μπορούν να προβλεφθούν.
Στο μέσο, βασικό σενάριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένει ότι οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας θα μειώσουν την ανάπτυξης της ευρωζώνης κατά 0,3%-0,4% για το 2022, σύμφωνα με όσα ανέφερε το Reuters επικαλούμενο εκτίμηση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, στη συνάντηση των Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών στο Παρίσι.
Στο αρνητικό σενάριο της ΕΚΤ, το ΑΕΠ της ευρωζώνης θα πληγεί κατά 1% από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ στο… θετικό σενάριο το ΑΕΠ της ευρωζώνης δεν θα επηρεαστεί από τη ρωσική εισβολή, ενδεχόμενο που συγκεντρώνει μικρές πιθανότητες, όπως υποστηρίζει το Reuters.
Είναι σαφές ότι πρόκειται για καταρχήν εκτιμήσεις, καθώς δεν έχει ξεδιπλωθεί πλήρως η ατζέντα των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας –αλλά και η αντίδραση Πούτιν σε αυτές– και ο χρόνος είναι «πολύ πυκνός» μέχρι τη 10η Μαρτίου, όταν θα συνεδριάσει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ. Πολλοί άλλωστε είναι αυτοί που εκτιμούν –και συστήνουν– μετάθεση των αποφάσεων της ΕΚΤ για απόσυρση του φτηνού χρήματος λόγω των εξελίξεων στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο.
Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες και κατά πόσο επηρεάζονται από το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων, δεν υπάρχουν άμεσες επιπτώσεις καθώς η έκθεσή τους στην Ουκρανία είναι σχεδόν μηδενική. Μόνο η Τράπεζα Πειραιώς διατηρεί ισχνή παρουσία μηδενικού κινδύνου, μέσω της JSC Piraeus Bank ICB και σύμφωνα με την ενημέρωση προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς «οι δραστηριότητες του Ομίλου στην Ουκρανία αφορούν σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, την JSC Piraeus Bank ICB, καθώς και σε επενδύσεις ακινήτων που αντιστοιχούν σε περίπου 0,2% του συνολικού ενοποιημένου ενεργητικού της Πειραιώς Financial Holdings στις 31 Δεκεμβρίου 2021».
Η βασική πηγή ανησυχίας για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα –και όχι μόνο– εδράζεται στην εκτίμηση ότι η ρωσο-ουκρανική κρίση θα έχει διάρκεια αρκετών μηνών, ο κίνδυνος περαιτέρω αύξησης των τιμών της ενέργειας αλλά και όλων των προϊόντων πρώτων υλών (σιτηρά, λιπάσματα) είναι ορατός και οι πληθωριστικές πιέσεις θα συμπιέσουν ακόμα περισσότερο τα εισοδήματα αλλάζοντας τις προτεραιότητες νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά τις πληρωμές των υποχρεώσεων.
