Παρότι κεντρικοί τραπεζίτες και διεθνείς οργανισμοί συνεχίζουν να εκτιμούν πως η τρέχουσα ραγδαία άνοδος του πληθωρισμού είναι παροδική, αρκετοί οικονομολόγοι και επιχειρηματίες επιμένουν ότι η ακρίβεια είναι εδώ για να μείνει ενώ την ίδια στιγμή οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο βυθίζονται στις συνέπειές της.
Δύο μόνο ημέρες πριν από την αυριανή Παγκόσμια Ημέρα Τροφής, ο μεγαλύτερος παραγωγός προϊόντων πουλερικών στη Βρετανία Ραντζίτ Σινγχ Μποπαράν –ιδιοκτήτης του ομίλου 2 Sisters και γνωστός ως ο «Βασιλιάς του Κοτόπουλου»– διεμήνυσε χθες ότι η 20ετία του φτηνού φαγητού έφτασε στο τέλος της.
«Οι μέρες που μπορούσες να ταΐσεις μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων με ένα κοτόπουλο 3 λιρών φτάνουν στο τέλος τους» τόνισε, προσθέτοντας ότι η άνοδος των τιμών των τροφίμων μπορεί να φτάσει σε διψήφια νούμερα λόγω της εκρηκτικής ανόδου του κόστους.
Ο Μποπαράν, που θεωρεί τις σημερινές τιμές εξευτελιστικές, υπογράμμισε ότι οι μισθοί και οι ζωοτροφές έχουν αυξηθεί κατά 15% ενώ άλλες εισροές, όπως τα συμπληρώματα διατροφής, τα απολυμαντικά και οι κτηνιατρικές υπηρεσίες έως και 20%.
Ο πληθωρισμός στη Βρετανία χτύπησε τον Αύγουστο το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 9 ετών καθώς η έλλειψη υπαλλήλων στις αποθήκες εμπορευμάτων, φορτηγατζήδων και χασάπηδων μεγεθύνει τα προβλήματα που ταλανίζουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού (καθυστερήσεις στο εμπόριο και τις εισροές, υψηλότερο κόστος συναλλαγών και μεταφορών, ελλείψεις ημιαγωγών, υψηλότερες τιμές ενέργειας).
Σαν να μην έφταναν αυτά, ο τετραπλασιασμός της τιμής του φυσικού αερίου έχει εκτοξεύσει τα λουκέτα των εταιρειών στα ύψη εξαναγκάζοντας περίπου δύο εκατομμύρια Βρετανούς σε αναζήτηση νέου παρόχου. Χθες κατέρρευσαν ακόμη δύο εταιρείες, η Pure Planet και η Colorado, ενώ συνολικά από τις αρχές Αυγούστου έχουν βάλει λουκέτο 12 από τους 50 παρόχους φυσικού αερίου της χώρας.
Ο πληθωρισμός καλπάζει και στην ευρωζώνη –στο 3,4%, υψηλό 13 ετών, τον Σεπτέμβριο– καθώς το μπλοκ των 19 χωρών παλεύει και αυτό με το αυξανόμενο κόστος ενέργειας.
Ωστόσο η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ συνεχίζει να είναι καθησυχαστική. «Συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι η άνοδος των τιμών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε προσωρινούς παράγοντες», δήλωσε χθες στη Διεθνή Νομισματική και Οικονομική Επιτροπή του ΔΝΤ, προσθέτοντας ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η αύξηση των τιμών ενσωματώνεται στους μισθούς ενώ οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σταθερές.
Η Λαγκάρντ υποστήριξε ακόμη ότι ο πληθωρισμός της ευρωζώνης –που αναμένεται να χτυπήσει το 4% στο τέλος του έτους– θα υποχωρήσει σταδιακά στη διάρκεια της επόμενης χρονιάς. Με την εκτίμηση αυτή συμφωνούν αρκετοί κεντρικοί τραπεζίτες όπως ο Ζερόμ Πάουελ της αμερικανικής Fed αλλά και το ΔΝΤ, που στην πρόσφατη έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία βλέπει αποκλιμάκωση των τιμών στα προ πανδημίας επίπεδα περί τα μέσα του 2022.
Διαφωνεί όμως ένας αυξανόμενος αριθμός επιφανών οικονομολόγων και ανώτατων στελεχών του χρηματοοικονομικού κυρίως τομέα. O πρόεδρος της Goldman Sachs, Τζον Γουόλντρον, υποστήριξε χθες ότι ο τρέχων πληθωρισμός δεν είναι παροδικό φαινόμενο και προειδοποίησε ότι οι προκλήσεις που πηγάζουν από αυτόν ενδεχομένως να διαρκέσουν ένα, δύο ή και περισσότερα χρόνια.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο γνωστός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και πρόεδρος της συμβουλευτικής εταιρείας Roubini Macro Associates, Νουριέλ Ρουμπινί, μίλησε για στασιμοπληθωρισμό –δηλαδή υψηλές τιμές ενώ η οικονομία παραμένει στάσιμη– ο οποίος θα διατηρηθεί για αρκετά ακόμη τρίμηνα.
Προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός των ΗΠΑ (στο 5,4% τον Σεπτέμβριο) θα παραμείνει πάνω από το 3% όλο το 2022. Αλλά και ο Μοχάμεντ Ελ Εριάν, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος στην Allianz και πρώην επικεφαλής της Pimco, διεμήνυσε ότι ο πληθωρισμός δεν είναι παροδικός και κάλεσε τις κεντρικές τράπεζες να κινηθούν γρήγορα πριν αυτός μετατραπεί σε πρόβλημα ανάπτυξης.
Οι δηλώσεις αυτές υποδεικνύουν ότι ένα μέρος του χρηματοπιστωτικού τομέα -που έβγαλε τα μαλλιοκέφαλά του στη διάρκεια της πανδημίας από το γρήγορο σκαμπανέβασμα των χρηματιστηρίων και το φετινό άλμα των τιμών των εμπορευμάτων- προβάλλει (και ποντάρει) έντονα πλέον τον πληθωριστικό κίνδυνο επηρεάζοντας με τον λόγο του τις προσδοκίες για τις μελλοντικές τιμές.
Στόχος, όπως φαίνεται, είναι το σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής από τους κεντρικούς τραπεζίτες και το ακριβότερο κόστος του χρήματος που θα αποφέρει μεγαλύτερη πρόσοδο από το χρέος κυβερνήσεων και ιδιωτών, το οποίο εκτοξεύτηκε σε επίπεδα-ρεκόρ λόγω της πανδημίας.
Σε αυτήν την ομάδα συμφερόντων θα πρέπει να προστεθούν και οι εφοπλιστές, που είδαν την αξία των ναύλων να πενταπλασιάζεται φέτος, οι έμποροι, οι εταιρείες μεταφορών, οι κολοσσοί λιανικής, οι εταιρείες ενέργειας που φιλοδοξούν και αυτοί να αποσπάσουν ένα υψηλότερο μερίδιο από την ανάκαμψη κερδοσκοπώντας πάνω στην «αρπαχτή» που λέγεται πληθωρισμός.
