Απέρριψε, όπως ήταν αναμενόμενο, τις κατηγορίες που της αποδίδονται ότι παρενέβη σε εξωραϊσμό στοιχείων υπέρ της Κίνας όσο ήταν επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, γενική διευθύντρια του ΔΝΤ σήμερα. Το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου συνεδριάζει πάλι σήμερα για να αξιολογήσει τις εξηγήσεις που έδωσε η Γκεοργκίεβα για την έρευνα του δικηγορικού γραφείου WilmerHale και όσα της καταλογίζει. Ότι δηλαδή πίεσε το προσωπικό της Παγκόσμιας Τράπεζας να αλλάξει στοιχεία που ενίσχυσαν την αξιολόγηση της Κίνας στην αναφορά «Doing Business 2018», σε μια περίοδο κατά την οποία η τράπεζα επιδίωκε την υποστήριξη του Πεκίνου για μια σημαντική αύξηση του κεφαλαίου της.
«Το διοικητικό συμβούλιο παραμένει δεσμευμένο σε μια λεπτομερή, αντικειμενική και εντός καθορισμένου χρόνου επανεξέταση και αναμένει να συνεδριάσει και πάλι σύντομα για περαιτέρω συζητήσεις», δήλωσε ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ χθες. Κατά πληροφορίες του Reuters, η Γκεοργκίεβα κατέθεσε λεπτομερή αναφορά στην οποία αφενός καταλογίζει παραπλάνηση στο δικηγορικό γραφείο WilmerHale, ότι της είπε ψευδώς πως η ίδια δεν αποτελεί πρόσωπο εντασσόμενο στην έρευνα, αφετέρου ότι δεν είχε καμιά σχέση με την αύξηση κεφαλαίου της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Εν τω μεταξύ, σε έκθεσή του που έδωσε χθες στη δημοσιότητα το ΔΝΤ, καλεί τις κυβερνήσεις να αρχίσουν να σχεδιάζουν την επάνοδό τους σε πιο βιώσιμους προϋπολογισμούς, με πολιτικές που θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών μετά τα πρωτοφανή μέτρα δημοσιονομικής στήριξης που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Το ενδεδειγμένο χρονικό σημείο για την έναρξη της μείωσης των ελλειμμάτων και του χρέους εξαρτάται από τις συνθήκες που ισχύουν σε κάθε χώρα και ο σχεδιασμός πρέπει να λάβει υπόψη παράγοντες όπως το στάδιο της πανδημίας, οι υφιστάμενες δημοσιονομικές αδυναμίες, η πίεση από τη γήρανση του πληθυσμού, οι αναπτυξιακές ανάγκες και παραδοσιακές δυσκολίες στην είσπραξη εσόδων.
Οι χώρες μπορούν να αγοράσουν χρόνο και να κάνουν λιγότερο επώδυνη τη σταθεροποίηση του χρέους -αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ- δεσμευόμενες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών τους με αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα πλαίσια. «Όταν οι δανειστές πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις είναι δημοσιονομικά υπεύθυνες, η χρηματοδότηση υψηλότερων ελλειμμάτων και ανακυκλώσεων χρέους γίνεται ευκολότερη», τονίζει χαρακτηριστικά. Κατά το ΔΝΤ, οι χώρες με αξιόπιστα δημοσιονομικά προγράμματα δανείζονται φθηνότερα και μπορούν να αντιμετωπίσουν ταχύτερα μεγάλες αυξήσεις στο χρέος, έχοντας τη δυνατότητα να αντιστρέψουν αυξήσεις της τάξης του 15% σε μία δεκαετία, αν δεν υπάρξουν νέα σοκ.
Το Ταμείο συνιστά στις χώρες να δεσμευτούν σε ευρύτερους δημοσιονομικούς στόχους με συγκεκριμένες πολιτικές για τη φορολογία και τις δαπάνες για τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί και ως σήμα επιστροφής στη δημοσιονομική λιτότητα.
