Την πρώτη αναθεώρηση της στρατηγικής της ύστερα από σχεδόν δυο δεκαετίες ανακοίνωσε χθες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τροποποιώντας βασικά σημεία της νομισματικής της πολιτικής.
Επίκεντρο της αναθεώρησης αποτελεί ο στόχος για τον πληθωρισμό που ήταν μέχρι χθες στο περιβόητο επίπεδο του «χαμηλότερα αλλά κοντά στο 2%». Ο στόχος αυτός ήταν εδώ και καιρό παρωχημένος. Επί της ουσίας δεν επιτεύχθηκε σχεδόν ποτέ στα τελευταία δέκα χρόνια ενώ ουκ ολίγες φορές λειτούργησε ανασταλτικά για την αναπτυξιακή δυναμική της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ο νέος στόχος που υιοθετεί πλέον η ΕΚΤ για τον πληθωρισμό της ευρωζώνης μεσοπρόθεσμα είναι 2% και θα είναι συμμετρικός. Αυτό σημαίνει ότι το 2% δεν αποτελεί πλέον το «ταβάνι».
«Τόσο οι αρνητικές όσο και οι θετικές αποκλίσεις του πληθωρισμού από τον στόχο είναι εξίσου ανεπιθύμητες», ανέφερε χαρακτηριστικά στη χθεσινή ανακοίνωσή του το Δ.Σ. της ΕΚΤ προσθέτοντας: «Οταν η οικονομία λειτουργεί κοντά στο κατώτατο επίπεδο των ονομαστικών επιτοκίων χρειάζεται ιδιαίτερα σθεναρή ή επίμονη δράση από την πλευρά της νομισματικής πολιτικής προκειμένου να αποτραπεί η παγίωση αρνητικών αποκλίσεων από τον στόχο για τον πληθωρισμό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός θα είναι λίγο πάνω από τον στόχο. Ωστόσο αυτό που μας ανησυχεί δεν είναι μια βραχυπρόθεσμη απόκλιση από τον στόχο αλλά μια μακροπρόθεσμη και επίμονη απόκλιση».
Πρόκειται αναμφίβολα για μια σημαντική αλλαγή από το αυστηρό πλαίσιο που ίσχυε έως τώρα. Η υπέρβαση του 2% δεν σημαίνει πλέον συναγερμό, αύξηση των επιτοκίων και σφίξιμο. Επιτρέπεται, και αυτό σημαίνει ότι η νομισματική πολιτική μπορεί να παραμένει χαλαρή αν το έχει ανάγκη η οικονομία και το απαιτούν οι καιροί.
Παράλληλα η ΕΚΤ διεμήνυσε ότι τα επιτόκια παραμένουν το κύριο μέσο της νομισματικής πολιτικής. Αλλα μέσα όπως όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων και οι πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, που την τελευταία δεκαετία συνέβαλαν στον μετριασμό των περιορισμών που προκλήθηκαν από το χαμηλότερο όριο των ονομαστικών επιτοκίων, θα παραμείνουν αναπόσπαστο μέρος της εργαλειοθήκης της ΕΚΤ, η οποία θα χρησιμοποιηθεί κατά περίπτωση.
Επίσης, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) θα συνεχίσει να είναι ο ενδεδειγμένος δείκτης για την αξιολόγηση της σταθερότητας των τιμών. Η ΕΚΤ αποφάσισε όμως να συμπεριλάβει σε αυτόν και το κόστος που σχετίζεται με την ιδιοκατοίκηση καθώς θεωρεί ότι έτσι υπάρχει καλύτερη απεικόνιση του πληθωρισμού.
Αναγνωρίζοντας, τέλος, τις σημαντικές συνέπειες που έχει για τη σταθερότητα των τιμών η κλιματική αλλαγή δεσμεύτηκε σε ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης σχετικά με το κλίμα. Μεταξύ άλλων και με:
■ Τη διεύρυνση της αναλυτικής ικανότητάς της στη μακροοικονομική μοντελοποίηση, τις στατιστικές και τη νομισματική πολιτική όσον αφορά την κλιματική αλλαγή. «Η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε θεωρητικές και εμπειρικές αναλύσεις για την παρακολούθηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και των συναφών πολιτικών για την οικονομία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών και του τραπεζικού συστήματος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις».
■ Στόχευση για τη συμμετοχή των ζητημάτων κλιματικής αλλαγής στις πράξεις νομισματικής πολιτικής, της εκτίμησης ρίσκου, αγορών περιουσιακών στοιχείων από εταιρείες.
■ Τη διεξαγωγή κλιματικών stress tests το 2022 του ισολογισμού του ευρωσυστήματος.
