Κάτι τρέχει με την Deutsche Bank, τη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας και έναν από τους μεγαλύτερους οίκους του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δύο μόλις ημέρες μετά την αιφνιδιαστική αλλαγή ηγεσίας, οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές εισέβαλαν χθες στα γραφεία της στο Βερολίνο ερευνώντας την πιθανή εμπλοκή της σε υπόθεση διευκόλυνσης φοροδιαφυγής προς πελάτες της. Η Deutsche Bank επιβεβαίωσε τις έρευνες, σημειώνοντας ότι αφορούσαν συναλλαγές χρεογράφων από πελάτες της, αλλά και ότι δεν αποδόθηκαν κατηγορίες σε κάποιον από τους υπαλλήλους της.
Οι συναλλαγές για τις οποίες γίνεται λόγος ονομάζονται «cum-ex trades» ή «divided stripping» και επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να εκμεταλλεύονται παραθυράκια της νομοθεσίας που αφορούν τη φορολόγηση των μερισμάτων και να επιτυγχάνουν χαμηλότερο φόρο ή και επιστροφές.
Οι συναλλαγές αυτού του τύπου χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό προκειμένου η αναδιανομή των κερδών μιας επιχείρησης προς τους ιδιοκτήτες της να εκλαμβάνεται ως άθροισμα κεφαλαίων αντί για μέρισμα. Αυτό συμφέρει τους παραπάνω, αφού συνήθως τα κεφαλαιουχικά κέρδη φορολογούνται λιγότερο απ’ ό,τι τα μερίσματα.
Αυτού του είδους οι συναλλαγές χρησιμοποιήθηκαν για αρκετά χρόνια από γερμανικές τράπεζες προκειμένου να εξυπηρετηθεί η φοροαποφυγή των πελατών τους. Το νομοθετικό παραθυράκι που επέτρεπε αυτήν τη στρατηγική έκλεισε το 2012, όμως το πρόβλημα δεν λύθηκε οριστικά, αφού συντηρήθηκαν νομικές διαφωνίες.
Η χθεσινή εισβολή δεν είναι η μόνη εμπλοκή της Deutsche Bank με τη Δικαιοσύνη. Ο γερμανικός κολοσσός -τον οποίο οι traders αποκαλούσαν κάποτε στις μεταξύ τους συζητήσεις το μεγαλύτερο hedge fund του κόσμου- εμπλέκεται σε όλα τα μεγάλα σκάνδαλα του διεθνούς τραπεζικού τομέα που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, μεταξύ άλλων και στη χειραγώγηση του επιτοκίου διατραπεζικής Libor, στη χειραγώγηση της αγοράς συναλλάγματος, στη χειραγώγηση των τιμών fix του χρυσού.
Η Deutsche Bank πιάστηκε ακόμη να αποκρύπτει από τους ισολογισμούς της τεράστιες ποσότητες «τοξικών» παραγώγων μετά το 2008, αλλά και επισφαλή δάνεια ύψους 400 δισ. ευρώ. Εμφάνιζε έτσι μια ψευδή, ωραιοποιημένη κατάσταση για την οικονομική της υγεία, εξαπατώντας επενδυτικό κοινό και ρυθμιστικές αρχές. Η «ματσαράγκα» αυτή γινόταν με την κάλυψη του γερμανικού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος αντί να στείλει τους εισαγγελείς τηρούσε επί χρόνια απόλυτη σιγή.
