Αύξηση του φόρου κληρονομιάς προκειμένου να αυξήσουν τα έσοδά τους στη μετά Covid-19 εποχή αλλά και να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη ανισότητα, προτείνει στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών του ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Σε σχετική μελέτη του που έδωσε χθες στη δημοσιότητα, ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι οι κληρονομιές ενισχύουν συνήθως την άνιση συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των πλουσιότερων ανθρώπων και οικογενειών. Η μελέτη διαπιστώνει ότι η αξία των κληρονομιών και των δωρεών που λαμβάνει το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών στις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι κατά μέσο όρο περίπου 50 φορές μεγαλύτερη από αυτές που δέχεται το φτωχότερο 20%. Συγκεκριμένα, στο σύνολο των 36 χωρών-μελών του Οργανισμού, η μέση κληρονομιά των πλουσιότερων οικογενειών ανέρχεται στα 156.376 ευρώ, ενώ η αντίστοιχη του φτωχότερου 20% των νοικοκυριών μόλις στα 3.222 ευρώ. Τις τελευταίες δεκαετίες, μάλιστα, σε κάποιες χώρες οι περιουσίες που κληρονομούνται συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου των νοικοκυριών.
Χρησιμοποιώντας μελέτες ακαδημαϊκών, συμπεριλαμβανομένου του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί, η έκθεση διαπιστώνει ότι μετά τη συνεχή μείωση της άνισης κατανομής πλούτου στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες καταγράφεται αξιοσημείωτη άνοδός της, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ΗΠΑ και στη Γερμανία. «Υπάρχουν ενδείξεις ότι το μερίδιο των κληρονομιών στον ιδιωτικό πλούτο επιστρέφει στα υψηλά επίπεδα που παρατηρήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα σε ορισμένες χώρες. Αν αυτό συνεχιστεί, ο πλούτος από κληρονομιές ενδέχεται να φτάσει και πάλι στα υψηλά επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 1900», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι καθώς η γενιά όσων γεννήθηκαν στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (boom generation) γερνά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων συνεχίζει την ανοδική της πορεία, τόσο ο αριθμός όσο και το μέγεθος των κληρονομιών θα αυξάνονται.
Η πλειονότητα των κληρονομιών, όμως, διαφεύγει εντελώς τη φορολογία σε αρκετές χώρες, συνήθως λόγω των μεγάλων απαλλαγών που ισχύουν για στενούς συγγενείς και στοιχεία ενεργητικού, όπως οι οικογενειακές επιχειρήσεις. Οι πολιτικές φορολόγησης κληρονομιών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι απαλλαγές από τον φόρο γονικής παροχής κυμαίνονται για παράδειγμα από 17.000 δολάρια στην περιοχή των Βρυξελλών, στο Βέλγιο, έως 11 εκατ. δολάρια στις ΗΠΑ. Οι κληρονόμοι μπορούν επίσης να αποφύγουν ή να μειώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους σε κάποιες χώρες μέσω δωρεών που συχνά-πυκνά διασφαλίζουν πιο ευνοϊκή μεταχείριση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις συνολικά 36 χώρες του ΟΟΣΑ φόρο κληρονομιάς εισπράττουν οι 24, ενώ από τις υπόλοιπες οι 9 τον κατάργησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο ακόμη και όταν υπάρχει φόρος κληρονομιάς, αυτός αποδίδει ελάχιστα, μόλις το 0,5% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Οι ΗΠΑ είναι μεταξύ των χωρών με τις χειρότερες επιδόσεις καθώς μόνο για το 0,2% των περιουσιών που κληρονομούνται εκεί πληρώνεται κάποιος φόρος. Αυτό συμβαίνει ενώ το 80% του συνολικού πλούτου βρίσκεται στα χέρια του πλουσιότερου 10% και όπως είναι φυσικό διαιωνίζει την ανισότητα.
Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι η κρίση που προκάλεσε ο κορονοϊός θα εντείνει την πίεση προς τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τα έσοδά τους και να αντιμετωπίσουν την ανισότητα. «Η κρίση έχει επιδεινώσει τις υπάρχουσες ανισότητες και έχει πλήξει πολλά ευάλωτα νοικοκυριά σκληρότερα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι «παραδοσιακές προσεγγίσεις αύξησης των εσόδων, με αύξηση των φόρων των εισοδημάτων από εργασία και κατανάλωσης όπως συνέβη μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενδέχεται να είναι λιγότερο επιθυμητές από άποψη ισότητας και ανάπτυξης». «Η κρίση θα τροφοδοτήσει προβληματισμό για την ανάγκη στροφής σε νέες ή ελάχιστα αξιοποιημένες έως τώρα πηγές εσόδων, οι οποίες ενδέχεται να είναι και συμβατές με τους στόχους μείωσης των ανισοτήτων», αναφέρει ακόμη.
Κλειδί για την αύξηση των εσόδων, την ενίσχυση της αποδοτικότητας και της ισότητας των φόρων κληρονομιάς και δωρεών αποτελεί για τον ΟΟΣΑ η μείωση των φοροαπαλλαγών και ελαφρύνσεων καθώς και το σφράγισμα των κενών της φορολογικής νομοθεσίας και συγκεκριμένων φορολογικών δομών που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν τη φοροαποφυγή και είναι ευρύτερα προσιτές στις πιο πλούσιες οικογένειες. Προτείνει ακόμη οι φορολογικοί συντελεστές να είναι «προοδευτικοί», δηλαδή οι φόροι να αυξάνονται καθώς αυξάνεται και το ποσό που κληρονομεί ο δικαιούχος.
