Ευέλικτη δημοσιονομική πολιτική ώς το 2023 συνιστά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και προτείνει τη διατήρηση της γενικής ρήτρας εξαίρεσης, δηλαδή τη δυνατότητα παρέκκλισης από τους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και για το 2022, ενώ για την απόσυρσή της «σταδιακά και υπό όρους» προτείνει το 2023.
Την ίδια στιγμή, το χρέος αυξάνεται. Σύμφωνα με τον επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι, φέτος θα αγγίξει το 100% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη. «Προς το παρόν, λόγω ΕΚΤ και επιτοκίων, δεν υπάρχει θέμα. Ωστόσο μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, ειδικά για τις χώρες που έχουν ήδη υψηλό χρέος», είπε ο επίτροπος, εννοώντας την Ελλάδα και την Ιταλία. Το θέμα της αναθεώρησης των δημοσιονομικών κανόνων θα συζητηθεί στο δεύτερο μισό του 2021 και αυτό στο οποίο εστιάζει η Κομισιόν είναι η σχέση χρέους-δημοσιονομικών κανόνων.
Επισήμως, η σύσταση θα υιοθετηθεί τον Μάιο. Ωστόσο, η καθοδήγηση της Κομισιόν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τα κράτη-μέλη στην προετοιμασία των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης, τα οποία θα πρέπει να υποβληθούν τον Απρίλιο του 2021, αναφέρει η Ε.Ε., ενώ επιπλέον οδηγίες θα εξειδικευτούν περαιτέρω στο εαρινό πακέτο του ευρωπαϊκού εξαμήνου.
Η Κομισιόν σημειώνει ακόμα ότι οι ειδικές για κάθε χώρα καταστάσεις θα συνεχίσουν να λαμβάνονται υπόψη μετά την απενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής. Χθες, με έγγραφο που ενέκρινε το Κολέγιο των Επιτρόπων και απεστάλη προς το Συμβούλιο, η Κομισιόν προέβλεπε ότι «μόλις μειωθούν οι κίνδυνοι για την υγεία, τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει γίνουν πιο στοχευμένα και να προάγουν μια ανθεκτική και βιώσιμη ανάκαμψη» και ότι «οι δημοσιονομικές πολιτικές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF)».
Στο ίδιο έγγραφο παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις της για το πώς πρέπει να ληφθεί μια μελλοντική απόφαση σχετικά με την απενεργοποίηση της ρήτρας μετά το 2022. Κατά την άποψη των ειδικών, η όποια απόφαση πρέπει να ληφθεί μετά από συνολική εκτίμηση της κατάστασης της οικονομίας βάσει ποσοτικών κριτηρίων.
Συγκεκριμένα, το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας στην Ε.Ε. ή στη ζώνη του ευρώ σε σύγκριση με αυτό πριν από την κρίση (τέλη του 2019) θα πρέπει να είναι βασικό στοιχείο για την απενεργοποίηση ή τη συνέχιση της εφαρμογής της γενικής ρήτρας διαφυγής.
Η Κομισιόν καλεί επίσης το Συμβούλιο να ξεκινήσει εκ νέου τη δημόσια συζήτηση σχετικά με το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης μετά την ανάκαμψη και τονίζει ότι ο συντονισμός των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών είναι απαραίτητος για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης.
Σε περίπτωση που ένα κράτος-μέλος δεν επανέλθει στο επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας πριν από την κρίση, όλες οι ευελιξίες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα χρησιμοποιηθούν πλήρως, ιδίως κατά την πρόταση καθοδήγησης δημοσιονομικής πολιτικής.
Τέλος, η σύσταση προς το Συμβούλιο παρέχει και ορισμένες γενικές ενδείξεις για τη δημοσιονομική πολιτική των κρατών-μελών το 2022 και μεσοπρόθεσμα, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Οι επίτροποι
Ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος Ντομπρόβσκις σημείωσε κατά την παρουσίαση ότι «υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα για την οικονομία της Ε.Ε., αλλά προς το παρόν η πανδημία συνεχίζει να πλήττει τα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων και την ευρύτερη οικονομία». «Τα κράτη-μέλη θα πρέπει να αξιοποιήσουν στο έπακρο το Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς αυτό τους δίνει μια μοναδική ευκαιρία να στηρίξουν την οικονομία τους χωρίς να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Τα έγκαιρα, προσωρινά και στοχοθετημένα μέτρα θα επιτρέψουν την ομαλή επιστροφή στους βιώσιμους προϋπολογισμούς μεσοπρόθεσμα», ανέφερε ο αντιπρόεδρος.
Από την πλευρά του ο επίτροπος Τζεντιλόνι δήλωσε: «Για το 2022 είναι σαφές ότι θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητη η δημοσιονομική στήριξη. Καλύτερα να κάνουμε λάθος και να κάνουμε πάρα πολλά, παρά να κάνουμε πολύ λίγα. Ταυτόχρονα, οι δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον ρυθμό ανάκαμψης κάθε χώρας και την υποκείμενη δημοσιονομική της κατάσταση».
