Τις καλύτερες επιδόσεις από την παγκόσμια κρίση του 2008-2009 κατέγραψαν πέρσι τα χρηματιστήρια του πλανήτη, αγνοώντας τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας και την επιβράδυνση όλων σχεδόν των μεγάλων οικονομιών της υφηλίου. Ο παγκόσμιος δείκτης μετοχών MSCI World Index έκλεισε προχθές το 2019 με κέρδη 24%, σημειώνοντας την ισχυρότερη επίδοσή του από το 2009, παίρνοντας ώθηση από τη μεγάλη άνοδο των μετοχών των μεγάλων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και τη σημαντική ανάκαμψη των χρηματιστηρίων της ευρωζώνης και της Ασίας.
Η άνοδος αυτή επιτεύχθηκε παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του ΟΟΣΑ και των άλλων διεθνών οργανισμών για διολίσθηση της παγκόσμιας οικονομίας στα χειρότερα επίπεδα από την προ δεκαετίας Μεγάλη Υφεση.
Το ΔΝΤ υποβάθμισε 3 φορές στη διάρκεια του έτους τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη του 2019 και του 2020, ενώ περιέβαλλε τις μέτριες εκτιμήσεις του για τα επόμενα έτη με μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Προειδοποίησε για τη συρρίκνωση του «οπλοστασίου» των κεντρικών τραπεζών για την αντιμετώπιση της οικονομικής επιβράδυνσης και τις επιπτώσεις του σινο-αμερικανικού εμπορικού πολέμου.
Ο Ντόναλτ Τραμπ –ο αρχιτέκτονας του πολέμου αυτού– ανακοίνωσε πάντως την περασμένη Τρίτη, τελευταία μέρα του 2019, ακριβή ημερομηνία (15 Ιανουαρίου) της υπογραφής εμπορικής συμφωνίας πρώτης φάσης με την Κίνα στον Λευκό Οίκο. Αρκετοί επενδυτές σπεύδουν έτσι να προεξοφλήσουν περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του 2020, που αποτελεί και έτος εκλογών για τις ΗΠΑ.
Πάντως στη Wall Street ο δείκτης των μετοχών υψηλής κεφαλαιοποίησης Dow Jones έκλεισε τη χρονιά με άνοδο 22% καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση από το 2017, ενώ ο ευρύτερος δείκτης μετοχών S&P 500 εκτοξεύτηκε 28,9% υψηλότερα σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδό του από το 2013. Ο δείκτης μετοχών υψηλής τεχνολογίας, παίρνοντας ώθηση από τους τίτλους των Facebook, Google, Amazon και λοιπών κολοσσών του είδους, «πέταξε» 35,24% υψηλότερα καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο των τελευταίων 6 ετών.
H άνοδος τoυ αμερικανικού χρηματιστηρίου αντικατοπτρίζει τόσο την αισιοδοξία των επενδυτών για την εξομάλυνση των εμπορικών διενέξεων όσο και την ικανοποίησή τους από τη χαλαρή οικονομική πολιτική της Fed και των άλλων κεντρικών τραπεζών του πλανήτη.
Υπεραποδόσεις και στην Ευρώπη
Ανάλογες υπεραποδόσεις κατέγραψαν πάντως πέρσι και τα μεγάλα χρηματιστήρια της ευρωζώνης. Τόσο ο δείκτης DAX στο Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης όσο και CAC στο Παρίσι σημείωσαν άνοδο 25%, ενώ μακράν κορυφαίο όλων στην Ευρώπη αναδείχτηκε το Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε το 2019 με κέρδη περίπου 50% –στις 916 μονάδες– αντικατοπτρίζοντας την επιστροφή των επενδυτών μετά την ολοκλήρωση προγραμμάτων στήριξης τον Αύγουστο του 2018 αλλά και την επικράτηση της φίλιας προς τις αγορές Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του περσινού Ιουλίου.
Η επιστροφή των επενδυτών σε καμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί, όμως, και την επιστροφή στην… κανονικότητα. Πίσω στο 2007, περίπου έναν χρόνο πριν από το παγκόσμιο κραχ, ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. ήταν πάνω από τις 5.200 μονάδες, σε υπερπενταπλάσια επίπεδα από τα σημερινά, ενώ ακόμη και το 2010 –όταν η Ελλάδα πρωτόμπαινε στον φαύλο κύκλο των μνημονίων– το Χρηματιστήριο βρισκόταν πάνω από τις 2.000.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την Ελλάδα οι δύο αμέσως καλύτερες σε επιδόσεις αγορές της Ευρώπης πέρσι ήταν η Ρωσία (+29% το Χρηματιστήριο της Μόσχας) και η Ιταλία (+28% το Χρηματιστήριο της Ρώμης). Και οι δύο αγορές εμφανίζουν, όπως και η χώρα μας (λόγω πολιτικής αστάθειας, υπερβολικής εξάρτησης από τα εμπορεύματα, οικονομικής μεταβλητότητας), μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας.
Και αυτό υποδεικνύει ότι αρκετοί από τους επενδυτές εισέρχονται πιθανότατα σε αυτές τις αγορές και οδηγούν τους δείκτες τους στα ύψη προσελκυόμενοι κυρίως από μεγάλες δυνατότητες εξαγωγής υψηλών αποδόσεων σε αυτήν τη χρονική περίοδο και με διάθεση να κερδοσκοπήσουν γρήγορα παρά με διάθεση μιας μακροπρόθεσμης παραμονής σε αυτές.
Της εκτόξευσης των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων δεν διέλαθε πάντως ούτε η Βρετανία, που εδώ και τρία χρόνια βιώνει τεράστια αστάθεια λόγω του Brexit. Ο δείκτης FTSE 100 –χάρη στις μαζικές εισροές κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου τις τελευταίες εβδομάδες του έτους μετά τις εκλογές και τη νίκη του Μπορίς Τζόνσον– έκλεισε το 2019 με άνοδο 12%. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη άνοδο των τελευταίων τριών ετών.
Και στην Ασία, όμως, ο δείκτης Nikkei στο Χρηματιστήριο του Τόκιο κατέγραψε κέρδη 18%, ωθούμενος από την προοπτική νέου πακέτου τόνωσης της οικονομίας από την κυβέρνηση Αμπε, ενώ στην Κίνα o δείκτης CSI 300 πέταξε 36% υψηλότερα καθώς το Πεκίνο μείωσε το κόστος δανεισμού και αύξησε τις δημόσιες δαπάνες για υποδομές.
Αξιοσημείωτη, τέλος, είναι η άνοδος του χρυσού, η τιμή του οποίου έφτασε τα 1.525 δολάρια η ουγκιά καταγράφοντας ετήσια κέρδη 25%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη άνοδο στα τελευταία δέκα χρόνια, γεγονός το οποίο γεννά δεύτερες σκέψεις.
Ο χρυσός αποτελεί συνήθως το ασφαλές επενδυτικό λιμάνι σε περιόδους κρίσεων και ελκύει επενδυτές όταν αυτοί απομακρύνονται από τις επενδύσεις υψηλού ρίσκου (και υψηλότερων αποδόσεων). Το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις σε αυτόν αυξάνονται σήμερα, ενώ παράλληλα αυξάνονται και οι επενδύσεις σε αξίες υψηλότερου ρίσκου όπως οι μετοχές, υποδεικνύει ότι μια μεγάλη μερίδα των επενδυτών θεωρεί πως το περιβάλλον παραμένει σε μεγάλο βαθμό εύθραυστο.
