Η παγκόσμια οικονομία διολισθαίνει σε μια συγχρονισμένη επιβράδυνση, προειδοποιεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβαθμίζοντας για ακόμη μία φορά τις προβλέψεις του για τον ρυθμό ανάπτυξης αυτής, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα ετών.
Στην εξαμηνιαία έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας -World Economic Outlook- που έδωσε χθες στη δημοσιότητα, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι οι κλιμακούμενες εμπορικές και γεωπολιτικές εντάσεις ενισχύουν την αβεβαιότητα για το μέλλον του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος και γενικότερα τη διεθνή συνεργασία, επιδεινώνοντας επιχειρηματική εμπιστοσύνη, επενδύσεις και διεθνές εμπόριο. Τελικό αποτέλεσμα είναι η αφαίμαξη 0,8% από το παγκόσμιο ΑΕΠ ώς το 2020 και μια συγχρονισμένη επιβράδυνση σε όλες τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου πλην της Βραζιλίας.
Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του Ταμείου, η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί φέτος στο 3% από 3,6% πέρυσι και 3,3% που ήταν η πρόβλεψή του τον περασμένο Απρίλιο. Ο ρυθμός αυτός είναι ο χαμηλότερος από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008. Για το 2020 το ΔΝΤ προβλέπει μικρή ανάκαμψη στο 3,4%. Ομως και η πρόβλεψη αυτή είναι χαμηλότερη κατά 0,2% από την εκτίμηση του Ταμείου πριν από 6 μήνες (3,6%) αλλά και επισφαλής αφού βασίζεται σε αναμενόμενες καλύτερες επιδόσεις μιας σειράς αναδυόμενων αγορών στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται όμως και κάποιες ιδιαίτερα αβέβαιες και προβληματικές στην παρούσα χρονική περίοδο, όπως η Αργεντινή και η Τουρκία.
Μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών τη μεγαλύτερη επιβράδυνση προβλέπεται να παρουσιάσει η ευρωζώνη. Το ΔΝΤ αναμένει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης θα υποχωρήσει από 1,9% το 2018 στο 1,2% φέτος και στο 1,4% το 2020. Η αρκετά πιο χαμηλή ανάπτυξη της ευρωζώνης αντικατοπτρίζει μεταξύ άλλων και την απότομη επιδείνωση της βιομηχανικής δραστηριότητας λόγω της μείωσης της εξωτερικής ζήτησης. Αξιοσημείωτη η επιβράδυνση της παραγωγής των αυτοκινητοβιομηχανιών που χτυπά ιδιαίτερα τη Γερμανία. Ο ρυθμός ανάπτυξης αυτής αναμένεται φέτος μόλις στο 0,5%.
Αντίθετα και παρά τον προστατευτισμό τους, οι ΗΠΑ προβλέπεται να εμφανίσουν φέτος τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των 7 πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου (G7). Αν και χαμηλότερα σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις του ΔΝΤ, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου αναμένεται συγκεκριμένα να «τρέξει» με ρυθμό 2,4% φέτος και 2,1% το 2020. Καμία άλλη οικονομία του G7 δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 2%.
Ο μεγάλος αντίπαλος των ΗΠΑ, η Κίνα, εκτιμάται ότι θα έχει ανάπτυξη 6,1% φέτος και 5,8% το 2020, κατά 0,3% και 0,2% χαμηλότερα από τις αντίστοιχες προβλέψεις του Ταμείου πριν από 6 μήνες. Η Κίνα σύμφωνα με το ΔΝΤ δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους αμερικανικούς δασμούς αλλά και την επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης.
Η έκθεση αποτιμά και τις πολιτικές νομισματικής χαλάρωσης που ακολούθησαν οι Federal Reserve, ΕΚΤ και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου. Υπογραμμίζει ότι οι πολιτικές αυτές βοήθησαν να στηριχθεί η ανάπτυξη και να μειωθούν οι καθοδικοί κίνδυνοι. Το Ταμείο εκτιμά μάλιστα ότι, αν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες δεν είχαν προχωρήσει σε αυτή την οικονομική τόνωση μέσω μέτρων νομισματικής πολιτικής, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε τόσο φέτος όσο και το 2020 να είναι 0,5% χαμηλότερη.
Για την αναζωογόνηση της οικονομικής ανάπτυξης, κυβερνήσεις, κεντρικοί τραπεζίτες και λοιπές δυνάμεις διαμόρφωσης της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει σύμφωνα με το ΔΝΤ να αποσύρουν τους εμπορικούς φραγμούς υιοθετώντας στέρεες συμφωνίες, όπως και να μειώσουν την αβεβαιότητα των εγχώριων πολιτικών. Τέτοιου είδους δράσεις, τονίζει, θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη και θα αναθερμάνουν επενδύσεις, μεταποίηση και εμπόριο.
Η οικονομική πολιτική υπογραμμίζει ακόμη ότι θα πρέπει να υποστηρίξει τη δραστηριότητα με πιο ισορροπημένο τρόπο. Μόνη της η νομισματική πολιτική δεν φτάνει, θα πρέπει να συνοδεύεται από δημοσιονομική υποστήριξη εκεί όπου υπάρχει δημοσιονομικός χώρος. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία θα πρέπει να εκμεταλλευτούν τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού και να επενδύσουν περισσότερο, ενώ αν η ανάπτυξη επιδεινωθεί ακόμη πιο πολύ, μια διεθνής συντονισμένη δημοσιονομική απάντηση προσαρμοσμένη στις περιστάσεις της κάθε χώρας ίσως να είναι αναγκαία.
