Ο αντιπραγματισμός, η ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών χωρίς χρήμα αναπτύχθηκε πολύ νωρίς στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες και παραμένει ζωντανός. Μια σειρά από χώρες του πλανήτη, επιχειρήσεις αλλά και φυσικά πρόσωπα καταφεύγουν, τα τελευταία χρόνια, στο ανταλλακτικό εμπόριο, προκειμένου να διασφαλίσουν τα αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες.
Συνήθως πρόκειται για χώρες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα ή έχουν απομονωθεί από τη διεθνή πολιτική σκηνή, όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν.
Το Ιράν αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Αξιοποίησε για πρώτη φορά τον αντιπραγματισμό προκειμένου να στηρίξει την οικονομία του το 1979, όταν λίγο μετά την ιρανική επανάσταση οι ΗΠΑ τού επέβαλαν εμπάργκο.
Η Τεχεράνη προσέφερε αργό πετρέλαιο και χρυσό έναντι βασικών ειδών πρώτης ανάγκης, όπως το ρύζι, το λάδι και το τσάι. Ξαναστράφηκε στο ανταλλακτικό εμπόριο, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του στην περίοδο 2010-2015, εξαιτίας των κυρώσεων του ΟΗΕ, αλλά και πρόσφατα, όταν η κυβέρνηση Τραμπ αποσύρθηκε από τη συμφωνία για τα πυρηνικά, επιβάλλοντας ξανά κυρώσεις.
Η κίνηση οδήγησε μεταξύ άλλων στην αναβίωση παλιάς συμφωνία ανταλλαγής πετρελαίου έναντι ρυζιού με την Ινδία, αλλά και στη δημιουργία ανάλογου σχήματος με Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία, οι οποίες επέτρεψαν σε κάποιες εταιρείες τους να ανταλλάσσουν βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και φάρμακα, με την Τεχεράνη. Στη Βενεζουέλα, η ανταλλαγή δεν περιορίστηκε σε αγαθά, αλλά και σε εργαζομένους.
Η χώρα της Λατινικής Αμερικής στέλνει πετρέλαιο στην Κούβα και η δεύτερη στέλνει σε αντάλλαγμα τους υψηλά καταρτισμένους γιατρούς, δασκάλους και οικονομικούς της συμβούλους, που πλαισιώνουν την οικονομία της πρώτης.
Ανάλογες συμφωνίες, πέραν των δύο παραπάνω χωρών, είναι σύμφωνα με την οικονομολόγο της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας, Σίρλεϊ Μουσταφά, όλο και πιο συχνές μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς αρκετές κυβερνήσεις έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο διεθνές εμπορικό σύστημα.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξανόμενο περιβάλλον αστάθειας κάνει τους ειδικούς να πιστεύουν ότι οι συμφωνίες αυτές θα έχουν συνέχεια -ειδικά μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών.
Συμφωνίες ανταλλακτικού εμπορίου δεν συνάπτουν όμως μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα. Παράδειγμα, τα δίκτυα ανταλλακτικού εμπορίου αναδύθηκαν στη χώρα μας στη διάρκεια της κρίσης αλλά και οι συμφωνίες αντισταθμιστικών στα εξοπλιστικά προγράμματα που υποχρεώνουν μια αμυντική βιομηχανία να έχει ένα τμήμα της παραγωγής της στη χώρα που πουλά τα προϊόντα της.
Κορυφαία παραδείγματα αντιπραγματισμού στα τελευταία πενήντα χρόνια αποτελούν, πάντως, οι περιπτώσεις της Pepsi και των… Abba. Στη δεκαετία του 1970, η Pepsi αντάλλασσε τα αναψυκτικά της με σοβιετικό ντοματοπολτό -που χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη η θυγατρική της Pizza Hut, αλλά και με ρωσική βότκα και πολεμικά πλοία, τα οποία μεταπουλούσε για σκραπ.
Το γνωστό σουηδικό μουσικό συγκρότημα Abba φέρεται να εισέπραττε τα δικαιώματα από την κυκλοφορία των τραγουδιών του στη σοβιετική αγορά με τη μορφή… φρούτων, λαχανικών και αργού πετρελαίου, που εν συνεχεία μεταπωλούσε στις διεθνείς αγορές.
