Στους τελευταίους μήνες του 2018 αλλά και τους δύο πρώτους του 2019, Ευρώπη, ΗΠΑ, Κίνα και λοιπές μεγάλες οικονομίες του κόσμου επιβραδύνουν συγχρονισμένα σε ρυθμούς ανάπτυξης αρκετά χαμηλότερους σε σχέση με αυτούς που έτρεχαν έναν χρόνο νωρίτερα.
Στην ευρωζώνη, η Ιταλία βυθίστηκε το προηγούμενο εξάμηνο στην 5η ύφεσή της την τελευταία 20ετία, η Γερμανία απέφυγε την ύφεση στο τσακ, ενώ η Βρετανία προσγειώθηκε ανώμαλα με ρυθμό ανάπτυξης μόλις 0,2% τους τελευταίους τρεις μήνες του 2018.
Στις ΗΠΑ, η κατανάλωση -ο κινητήρας της οικονομίας- εξασθενεί διαρκώς, η βιομηχανία ελλείψει ζήτησης σβήνει μία μία τις μηχανές της, ενώ τα νέα στοιχεία που θα δοθούν (καθυστερημένα λόγω του shutdown) αυτή την εβδομάδα αναμένεται να δείξουν ότι και εδώ η ανάπτυξη παρά τις γενναίες φοροελαφρύσεις του Ντόναλντ Τραμπ επιβραδύνεται.
Στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού, η Κίνα επέστρεψε το 2018 σε ρυθμούς ανάπτυξης που είχε να δει από το 1990 και η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζά της μάχονται με νύχια και με δόντια προκειμένου να μην υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση. Ελλείψει επαρκούς ζήτησης τέλος, οι περισσότερες επιχειρήσεις μειώνουν παγκοσμίως τις επενδύσεις τους και περιμένουν.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έσπευσε τον προηγούμενο μήνα να υποβαθμίσει τις προβλέψεις του (του Οκτωβρίου) για την παγκόσμια ανάπτυξη σε 3,5% (-0,2%) φέτος και 3,6% (-0,1%) το 2020, από 3,7% το 2018. Πολύ κοντά δηλαδή στο 3% που πριν από το 2009 το Ταμείο θεωρούσε όριο της γραμμής που διαχώριζε την ανάπτυξη από την ύφεση. Η κατάσταση όμως μπορεί να είναι ακόμη χειρότερη.
Μετά το 1970 η παγκόσμια οικονομία διολισθαίνει κατά μέσο όρο σε ύφεση μία φορά ανά δεκαετία. Η τελευταία ύφεση που σημειώθηκε στην υφήλιο ήταν πριν από δέκα χρόνια, αμέσως μετά την κατάρρευση του αμερικανικού τραπεζικού κολοσσού Lehman Brothers και το παγκόσμιο κραχ στα τέλη του 2008.
Η ύφεση αυτή ήταν η χειρότερη των τελευταίων 70 ετών (Great Recession) και αρκετοί οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η παγκόσμια οικονομία δεν κατάφερε ποτέ να την ξεπεράσει πραγματικά.
Οι εν λόγω οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η ήπια επιβράδυνση που το ΔΝΤ ευαγγελίζεται σήμερα θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε μια πιο βαθιά ύφεση η οποία θα γονατίσει ανθρωπότητα και πλανήτη. Και αυτό όχι τόσο γιατί ήρθε η ώρα δέκα χρόνια μετά την προηγούμενη ύφεση, αλλά κυρίως επειδή το «οπλοστάσιο» που χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση της προηγούμενης κρίσης, 10 χρόνια πριν, σήμερα επί της ουσίας δεν υπάρχει.
Το 2008-09 οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες απάντησαν στην κρίση με μείωση επιτοκίων, εισροή φτηνού χρήματος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, διάσωση των τραπεζών με χρήματα φορολογουμένων, αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων.
Η διατήρηση της ομαλότητας και της συνεργασίας στο διεθνές εμπόριο επέτρεψε ακόμη στην Κίνα και τις άλλες μεγάλες οικονομίες του αναπτυσσόμενου κόσμου να διατηρήσουν τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξής τους και να καλύψουν μέρος από το κενό που δημιούργησε η ύφεση στον αναπτυγμένο κόσμο.
Οι δυνατότητες αξιοποίησης όλων αυτών των παραμέτρων σήμερα όμως είναι σχεδόν ανύπαρκτες: Τα επιτόκια των περισσότερων κεντρικών τραπεζών του αναπτυγμένου κόσμου παραμένουν στο μηδέν ή πολύ κοντά σε αυτό. Η αποτίμηση των πολιτικών της ποσοτικής χαλάρωσης δείχνει ακόμη ότι είχαν αμφιλεγόμενη επίδραση στην τόνωση της ανάπτυξης.
Το μεγαλύτερο μέρος των τρισεκατομμυρίων που προσφέρθηκαν από τις κεντρικές τράπεζες μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης χρησιμοποιήθηκε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα για επενδύσεις χαρτοφυλακίου και νέες φούσκες αντί για επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, συντελώντας στην εκτόξευση των οικονομικών ανισοτήτων.
Ετσι η συναίνεση της κοινής γνώμης σε μια νέα διάσωση των τραπεζών στην περίπτωση που υπάρξει ξανά κραχ θα πρέπει να θεωρείται απίθανη. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν βέβαια και τα χρέη κυβερνήσεων που βρίσκονται σήμερα σε πολύ υψηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι μία δεκαετία πριν.
Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, τέλος, και η κλιμάκωση των εμπορικών διενέξεων εκτοξεύουν τον οικονομικό εθνικισμό στα ύψη βάζοντας όλο και περισσότερο στην άκρη τη διακρατική συνεργασία.
Σε αυτό το όλο και πιο σκοτεινό περιβάλλον κάποιοι προτείνουν στροφή 180 μοιρών. Καλούν κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες να κάνουν αυτό που δεν έκαναν το 2008, υιοθετώντας πολιτικές οι οποίες θα μεταφέρουν περισσότερο χρήμα προς τον κόσμο της εργασίας προκειμένου να τονωθεί η κατανάλωση και μαζί της η ζήτηση.
Αυτό όμως απαιτεί αλλαγή θέασης στην οικονομία από την πλευρά της ζήτησης αντί της προσφοράς. Οσο όμως τα κέντρα αποφάσεων κυριαρχούνται από τους δογματικούς νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους μια τέτοια προοπτική δείχνει ακόμη απίθανη.
