Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν ανέλαβε να διαψεύσει αμερικανικά ΜΜΕ που μετέδωσαν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ σκέφτεται να απολύσει τον πρόεδρο της αμερικανικής ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας (FED) Tζέρομ Πάουελ. Κίνηση που θα ήταν πρωτοφανής και θα συνιστούσε απευθείας επίθεση στην ανεξαρτησία της πανίσχυρης Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την οικονομία των ΗΠΑ και τις χρηματιστηριακές αγορές παγκοσμίως.
Ο Μνούτσιν σε tweet του ανέφερε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ του δήλωσε ότι «ποτέ δεν πρότεινε να απολύσει» τον πρόεδρο της Fed Τζέρομ Πάουελ.
Ο Τραμπ επίσης επισήμανε στον υπουργό Οικονομικών ότι δεν πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να απολύσει τον Πάουελ. Ωστόσο τα αμερικανικά Μέσα στα ρεπορτάζ τους επικαλέστηκαν πηγές προσκείμενες στον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος εξαρχής είχε διατυπώσει τη διαφωνία του με την πολιτική της FED, η οποία προχώρησε στις 19 Δεκεμβρίου σε αύξηση των επιτοκίων. Και αυτή του τη διαφωνία την επανέλαβε και στον υπουργό Οικονομικών: «Διαφωνώ απόλυτα με την πολιτική της Fed», είπε ο Τραμπ, σύμφωνα με τον Μνούτσιν.
«Πιστεύω ότι η αύξηση των επιτοκίων και η συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου της Fed είναι ένα εντελώς φριχτό πράγμα αυτή τη στιγμή, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη τις σημαντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά ποτέ δεν πρότεινα την απόλυση του προέδρου Τζέρομ Πάουελ, ούτε πιστεύω ότι έχω το δικαίωμα να το κάνω», σημείωσε σύμφωνα με το ΑΠΕ ο Αμερικανός πρόεδρος, με βάση το tweet του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ.
Αλλά και η εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας Σάρα Χάκαμπι Σάντερς υποστήριξε στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC ότι «δεν έχει γνώση σχεδίων απόλυσης του Πάουελ, αν και τόσο το CNN ανέφερε ότι σε ιδιωτικές συζητήσεις ο πρόεδρος Τραμπ φέρεται να ρωτούσε τους συμβούλους του τη νομιμότητα μιας τέτοιας ενέργειας, που θα προκαλούσε σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες χρηματαγορές παγκοσμίως.
Η Wall Street κατέγραψε αυτήν την εβδομάδα τη μεγαλύτερη βουτιά σε εβδομαδιαία βάση από το 2008, λόγω της αύξησης των επιτοκίων, την απειλή για μερική αναστολή λειτουργίας των κυβερνητικών υπηρεσιών στην Ουάσιγκτον, όπως και του εμπορικού πολέμου και της προοπτικής μιας οικονομικής επιβράδυνσης στις ΗΠΑ.
