ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακόμη δύο Αμερικανοί οικονομολόγοι, ο Ουίλιαμ Νορντχάους και ο Πολ Ρόμερ, τιμήθηκαν φέτος με το Νόμπελ Οικονομίας για την έρευνά τους σε δύο από «τα πιο βασικά και πιεστικά» προβλήματα της εποχής, την κλιματική αλλαγή και την τεχνολογική πρόοδο.

Ο Νορντχάους, καθηγητής του αμερικανικού Πανεπιστημίου Γέιλ, θεωρείται πρωτοπόρος των περιβαλλοντικών οικονομικών.

Εγινε γνωστός από τα πρώτα σκιρτήματα της κλιματικής αλλαγής στη δεκαετία του 1970, όταν προειδοποίησε τις τότε κυβερνήσεις και τα οικονομικά τους επιτελεία ότι τα μοντέλα τους δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους τις επιδράσεις της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Ο Νορντχάους ήταν ο πρώτος επιστήμονας που στα μέσα της δεκαετίας του 1990 δημιούργησε ένα ποσοτικό μοντέλο το οποίο περιγράφει την αλληλεπίδραση οικονομίας και κλίματος.

Η βράβευσή του από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών έγινε μόλις μία ημέρα μετά το καμπανάκι της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή των Ηνωμένων Εθνών για τον κίνδυνο ακόμη πιο συχνών ακραίων καιρικών φαινομένων (καύσωνες, ξηρασίες, πλημμύρες) και εξαφάνιση κάποιων ειδών από τη Γη.

Ο Ρόμερ, καθηγητής στο Stern School of Business του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του νέου νεοκλασικού μοντέλου ενδογενούς οικονομικής μεγέθυνσης, πρεσβεύοντας ότι οι χώρες μπορούν να βελτιώσουν τις οικονομικές τους επιδόσεις αν επικεντρωθούν σε παράγοντες της προσφοράς όπως η έρευνα, η καινοτομία και οι δεξιότητες.

Ο Ρόμερ έδειξε ότι η τεχνογνωσία μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη μιας μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης. Η προηγούμενη μακροοικονομική έρευνα είχε δώσει έμφαση στην τεχνολογική καινοτομία ως πρωταρχικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά δεν είχε διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομικές αποφάσεις και οι συνθήκες της αγοράς καθορίζουν τη δημιουργία νέων τεχνολογιών.

Το μοντέλο του Ρόμερ που προτάθηκε το 1986 υποθέτει ότι η γνώση είναι παραπροϊόν της επένδυσης και ενδογενής μεταβλητή στη συνάρτηση παραγωγής.

Το 1990 ο Ρόμερ πρόσθεσε στο μοντέλο του και τον τομέα έρευνας που εξειδικεύεται στην παραγωγή ιδεών, υποστηρίζοντας ότι η τεχνολογική αλλαγή μπορεί να επιταχυνθεί με στοχευμένες κρατικές παρεμβάσεις στην έρευνα και τη ρύθμιση των πνευματικών δικαιωμάτων.

Η Σουηδική Ακαδημία από την πλευρά της επισήμανε ότι οι Ρόμερ και Νορντχάους διεύρυναν σημαντικά το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης δομώντας μοντέλα που εξηγούν πώς η οικονομία της αγοράς αλληλεπιδρά σε φύση και γνώση.

Περιείχαν, σύμφωνα με αυτή, θεμελιώδεις γνώσεις για τις αιτίες και τις συνέπειες της τεχνολογικής καινοτομίας και της κλιματικής αλλαγής. Αν και δεν προσέφεραν καθοριστικές απαντήσεις, τα ευρήματά τους έχουν οδηγήσει πιο κοντά σε μια απάντηση για το πώς μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.