Οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες των επτά μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων του κόσμου (G7) -που συναντήθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στο Μπάρι της Ιταλίας- απέφυγαν τις συγκρούσεις για τα θέματα που τους καίνε. Απέφυγαν όμως και να εστιάσουν σε θέματα που καίνε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας.
Με δεδομένη την απροθυμία της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ να δεσμευτεί ρητά κατά του προστατευτισμού και προκειμένου να μην τα σπάσουν οριστικά μεταξύ τους οι υπουργοί και κεντρικοί τραπεζίτες αναλώθηκαν στο να βρουν μια πιο «νερωμένη» υπόσχεση προώθησης του ελεύθερου εμπορίου.
Στο κοινό ανακοινωθέν που εξέδωσαν το περασμένο Σάββατο αναπαρήγαγαν κατά λέξη όσα είχαν ανακοινώσει στη σύνοδο του G20 τον περασμένο Μάρτιο – στο Μπάντεν Μπάντεν της Γερμανίας, δηλώνοντας ότι «εργάζονται για την ενίσχυση της συνεισφοράς του εμπορίου στις οικονομίες τους».
Προσέφεραν και πάλι δηλαδή μια πολύ πιο αδύναμη υπόσχεση σε σχέση με τη ρητή δήλωσή τους στο περσινό G20 ότι θα παλέψουν για να αποφύγουν τον προστατευτισμό σε όλες του τις μορφές.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη νέα πολιτική των ΗΠΑ στο διεθνές εμπόριο και το μάντρα του νέου προέδρου «πρώτα οι ΗΠΑ». Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν ήταν άλλωστε σαφής στο Μπάρι:
«Δεν θέλουμε να είμαστε υπέρ του προστατευτισμού. Διατηρούμε όμως το δικαίωμά μας να είμαστε, όταν πιστεύουμε ότι το εμπόριο δεν είναι δίκαιο και ελεύθερο». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τους Αμερικανούς; Οτι, για παράδειγμα, το εμπόριο με την Ε.Ε. δεν είναι ελεύθερο όταν η τελευταία μπλοκάρει τις εισαγωγές αμερικανικού ορμονούχου βοδινού κρέατος και κάποιων μεταλλαγμένων τροφίμων που θεωρούνται επιβλαβή για την υγεία των καταναλωτών.
Ο Μνούτσιν έδειξε ότι η στρατηγική που προτιμά η κυβέρνηση Τραμπ στις διεθνείς εμπορικές της σχέσεις είναι πλέον οι διμερείς συμφωνίες -όπου συνήθως υπερισχύει το συμφέρον του ισχυρότερου- και όχι τόσο οι διεθνείς.
Εγκωμίασε έτσι την πρόσφατη διμερή εμπορική συμφωνία των ΗΠΑ με την Κίνα -επισημαίνοντας μάλιστα ότι ανοίγει η αγορά της τελευταίας στο αμερικανικό βοδινό (το ορμονούχο)- ενώ εξέφρασε και την ικανοποίησή του για τις διμερείς συναντήσεις που είχε με συναδέλφους του στο Μπάρι.
Απέναντι στον Μνούτσιν, μόνον ο Γάλλος Μισέλ Σαπέν κατάφερε και ψέλλισε ότι «οι υπόλοιποι 6 υπουργοί (των χωρών του G7) δήλωσαν ρητά, και μερικές φορές πολύ άμεσα, στους εκπροσώπους της αμερικανικής κυβέρνησης ότι είναι απολύτως απαραίτητο να συνεχιστεί το ίδιο πνεύμα διεθνούς συνεργασίας».
Από την πλευρά του ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών Πιερ Πάολο Παντοάν ως καλός οικοδεσπότης επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις λέγοντας ότι η σχέση με τον Μνούτσιν βελτιώνεται κάθε φορά που τον ξαναβλέπει, όπως και ότι «αναγνωρίζει τις διαφορετικές θέσεις εκκίνησης και τις διαφορετικές απόψεις σε διαφορετικές χώρες, κάτι που ωστόσο δεν αποτελεί εμπόδιο για την προσέγγιση μιας κοινής προοπτικής».
Η ατζέντα
Οι συναντήσεις του G7 δεν είχαν αντικείμενο μόνο το εμπόριο. Υπήρξαν ακόμη συζητήσεις για το κυβερνο-έγκλημα, τη νομοθετική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, τη διεθνή φορολογία αλλά και την οικονομική ανάπτυξη και τους αποκλεισμούς.
Στην εισήγησή του για το τελευταίο καυτό θέμα ο νομπελίστας οικονομολόγος Αγκνους Ντίτον επισήμανε -κεκλεισμένων των θυρών- σε συνάντηση που έγινε την περασμένη Παρασκευή το πρωί ότι η ανισότητα στις ΗΠΑ μειώνει το προσδόκιμο ζωής των μελών της λευκής μεσαίας τάξης.
Ο Μνούτσιν δεν συμμετείχε σε αυτή τη συζήτηση, ενώ το μόνο που βγήκε στο τέλος ήταν ακόμη ένα «παραδοχο-ευχολόγιο» στο κοινό ανακοινωθέν:
«Αναγνωρίζουμε ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει μια παρατεταμένη περίοδο μέτριας ανάπτυξης και υψηλών και αυξανόμενων ανισοτήτων σε πολλές χώρες και επηρεάζει ιδιαίτερα τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα. Θα εργαστούμε για να ενισχύσουμε την πραγματική και δυνητική ανάπτυξη, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι καρποί αυτή διαμοιράζονται ευρύτερα», μπλα, μπλα, μπλα…
