Τo 2007 o 45χρονος τότε Πάμπλο Βιγιαδάνγος πήρε δάνειο με υποθήκη το νέο σπίτι που ήθελε να αγοράσει.
Το 2013 δήλωσε αδυναμία αποπληρωμής και αυτού του χρέους και ενός παλαιότερου δανείου.
Έτσι ξεκίνησε μια αναζήτηση και ένας μαραθώνιος διαπραγματεύσεων -όπως την παραθέτουν οι Financial Times- με διάφορες εταιρείες που ισχυρίζονται ότι έχουν την κατοχή της υποθήκης.
Τον Απρίλιο έκανε ακόμα μία συνάντηση για να συζητήσει το μη εξυπηρετούμενο δάνειό του με τους αρμόδιους της Anticipa, μιας πλατφόρμας παροχής υπηρεσιών την οποία αγόρασε η αμερικανική πολυεθνική Blackstone από την ισπανική τράπεζα CatalunyaCaixa το 2014.
Σύμφωνα με την έρευνα του Βιγιαδάνγος, το δάνειό του είχε τιτλοποιηθεί από το 2008.
Εντόπισε την Blackstoneως, τον τρέχοντα ιδιοκτήτη του δανείου του, παρότι το όνομα της αμερικανικής εταιρείας δεν εμφανίζεται σε κανένα έγγραφο που έχει λάβει, τα οποία περιλαμβάνουν επιστολές από τις τράπεζες CatalunyaCaixa και BBVA και την πλατφόρμα Anticipa.
Η CatalunyaCaixa ήταν μεταξύ των τραπεζών που είχαν «διασωθεί» το 2011 και τελικά αγοράστηκε από την BBVA το 2014.
Την ίδια χρονιά στεγαστικά δάνεια αξίας 6,4 δισ. ευρώ αγοράστηκαν από την Blackstone, μέρος ενός χαρτοφυλακίου με τιτλοποιημένα δάνεια και την ονομασία «Ηρακλής», για τα οποία ο αμερικανικός κολοσσός πλήρωσε σχεδόν τη μισή αξία, δηλαδή 3,6 δισ. ευρώ.
Η Blackstone πρόσφατα ολοκλήρωσε την τιτλοποίηση μέρος του χρέους από το χαρτοφυλάκιο «Ηρακλής» το οποίο «ενεργοποιήθηκε εκ νέου».
Η εταιρεία είπε ότι έχει καταλήξει σε συμφωνία με 7.500 οφειλέτες και δεν έχει ζητήσει την έξωση κανενός που να βρίσκεται σε ευάλωτη κατάσταση.
«Όταν υπέγραψα το ενυπόθηκο δάνειο δεν γνώριζα τίποτα από όλα αυτά, απολύτως τίποτα» λέει ο Βιγιαδάνγος. «Εάν ήξερα εξ αρχής πώς δουλεύει το σύστημα, δεν θα είχα ζητήσει ποτέ δάνειο».
Για την Blackstone αυτό είναι ένα κρίσιμο μέρος της επενδυτικής διαδικασίας. «Κρίσιμο» αφού, όπως φαίνεται, είναι και πολύ επικερδές δεδομένου του τεράστιου βάρους από τα κόκκινα δάνεια των ισπανικών τραπεζών.
Ιδιωτικά μετοχικά κεφάλαια από τις ΗΠΑ, πρόθυμα να ελαφρύνουν αυτό το βάρος, εμφανίζονται πλέον ως οι θεματοφύλακες, οι «κηδεμόνες» των δεινών που απορρέουν από τα χρεωμένα, υποθηκευμένα ακίνητα.
Κεφάλαια όπως τα TPG, Apollo, Blackstone και ο… Cerberus έχουν εξελιχθεί σε πολύ δυνατούς παίκτες στον κερδοφόρο τομέα των «κόκκινων δανείων», που είναι κρίσιμος και για την ανάκαμψη των τραπεζών.
Η TPG, που διαχειρίζεται κεφάλαια 70 δισ. δολαρίων, απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο στην πλατφόρμα Servihabitat της Caixa Bank το 2013 και σήμερα η επιχείρηση, που ειδικεύεται στην ανάκτηση αξίας από επενδύσεις σε δάνεια και ακίνητα για λογαριασμό των πελατών της, διαχειρίζεται σήμερα περιουσιακά στοιχεία 50 δισ. ευρώ από 2 δισ. ευρώ το 2008.
Οι Apollo, Cerberus και Blackstone έχουν επενδύσει σε παρόμοιες επιχειρήσεις στην Ισπανία που τυπικά αποκαλούνται «διαχειριστές».
Η δουλειά που κάνει είναι απλή: διαχειρίζονται για λογαριασμό των τραπεζών και άλλων επενδυτών τη διαδικασία ανάκτησης κάποιας αξίας από τα κόκκινα δάνεια και τα ακίνητα που αγοράστηκαν ή αξιοποιήθηκαν με αυτά τα δάνεια.
Η κατάρρευση της αξίας των ακινήτων στην διάρκεια της οικονομικής κρίσης ακόμα στοιχειώνει την ισπανική οικονομία, με τους «διαχειριστές των δανείων» να πρέπει συχνά να διαπραγματεύονται εκ νέου τους όρους δανεισμού των οφειλετών ή να αποκτούν την ιδιοκτησία των υποθηκευμένων ακινήτων.
Και ο ρόλος τους, όπως ήταν φυσικό, μπορεί να βοήθησε τράπεζες και επενδυτές, αλλά δεν έκανε αυτά τα ιδιωτικά μετοχικά κεφάλαια ιδιαίτερα δημοφιλή στη χώρα, όπου εκτιμάται ότι μέσα σε μια επταετία 600.000 οικογένειες έχουν υποστεί έξωση και έχουν χάσει τα σπίτια τους.
Στην Ισπανία η ευκαιρία για κέρδος παρουσιάστηκε όταν οι τράπεζες κλήθηκαν να πουλήσουν τις πλατφόρμες διαχείρισης των δανείων τους στο πλαίσιο της συρρίκνωσής τους μετά την κρίση.
Έτσι η Haya Real Estate ανήκει τώρα στον Cerberus, το πλειοψηφικό πακέτο της Altamira (που ανήκε στην τράπεζα Santader) ανήκει στο κεφάλαιο Apollo και η Anticipa (της CatalunyaCaixa) ανήκει στην Blackstone.
Στην «καρδιά» της συναλλαγής αυτής είναι η Sareb, η ισπανική «κακή τράπεζα» που απορρόφησε από τις υπόλοιπες τράπεζες, στα τέλη του 2012 και τις αρχές του 2013, προβληματικά περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 100 δισ. ευρώ.
Το 2014 η Sareb με τη σειρά της υπέγραψε συμβάσεις με τέσσερις πλατφόρμες διαχείρισης ενυπόθηκων δανείων: τις Haya, Servihabitat, Altamira και Solvia που κατέβαλαν στη Sareb συνολικό ποσό 600 εκατ. ευρώ, το οποίο θα τους επιστραφεί ανάλογα με τις επιδόσεις τους.
Μέχρι τώρα η Sareb έχει έσοδα 17 δισ. ευρώ και έχει περιθώριο μέχρι το 2027 προκειμένου να ολοκληρώσει τη δουλειά για την οποία ιδρύθηκε.
