«Λυπάμαι το γαλλικό σινεμά γιατί δεν έχει χρήματα. Λυπάμαι το αμερικανικό σινεμά γιατί δεν έχει ιδέες» φέρεται να είχε πει κάποτε -αφοριστικά- ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Καταγράφοντας πρόοδο έναντι της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας των αμερικανικών ταινιών οι ευρωπαϊκές ταινίες αντιπροσώπευαν πέρσι περίπου το ένα τρίτο όλων των εισιτηρίων που πωλήθηκαν στη Γηραιά Ηπειρο, όπου η παραγωγή σημείωσε ιστορικό ρεκόρ με 2.500 ταινίες μεγάλου μήκους.
Στη Γαλλία, τη χώρα με τις περισσότερες αίθουσες στην Ε.Ε. (6.320), αν οι θεατές δεν πάνε σινεμά, το σινεμά πάει σε εκείνους. Την ίδια ώρα μικρές αίθουσες σε κράτη-μέλη κλείνουν, σε περιοχές όπως στην ισπανική Σαλαμάνκα κινηματογραφόφιλοι προσπαθούν να τις σώσουν και στην Αθήνα αναζητούν χώρους για τη δημιουργία νέων.
Σχεδόν όλες οι χώρες της Ευρώπης παρουσιάζουν αύξηση στο box office επιβεβαιώνοντας ότι ο κινηματογράφος συνεχίζει να ανακάμπτει μετά το ισχυρό σοκ της υγειονομικής κρίσης, ενώ το μερίδιο των φιλμ από τις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 6% το 2024. Μετά από τρία χρόνια διακοπής «πρώτα λόγω της πανδημίας και στη συνέχεια λόγω του κόστους ζωής», όπως σημειώνει η ετήσια έκθεση της Διεθνούς Ενωσης Κινηματογράφων (UNIC).
Τα έσοδα
Οι ευρωπαϊκοί κινηματογράφοι άρχισαν να ανακάμπτουν το 2023 με την επιστροφή του κόσμου να φτάνει το 82%. Εκείνη τη χρονιά πωλήθηκαν 986 εκατομμύρια εισιτήρια σε 39 χώρες, 200 εκατομμύρια περισσότερα από το προηγούμενο έτος, αλλά ακόμα μακριά από τα 1.347 εκατομμύρια πριν από τις καραντίνες.
Ξεπερνώντας αρκετές μεγαλύτερες αγορές, όπως της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Βελγίου, η Ελλάδα είδε πολύ υψηλότερη αύξηση της προσέλευσης στα σινεμά το 2023 σε σχέση με το 2022: +39,0% στο box office και +34,8% στα εισιτήρια έναντι +26,1% και +18,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου αντίστοιχα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία από τη σύνοψη του Ευρωπαϊκού Ετήσιου Δελτίου Κατανάλωσης. Ομως τα έσοδα από τις ελληνικές ταινίες είναι πολύ χαμηλότερα, μόλις 8%, 7 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο αφού οι επιδοτήσεις της διανομής τους από το κράτος μοιάζουν σταγόνα στον ωκεανό.
Η δυναμική ανάκαμψη δεν έχει φέρει ακόμα επιστροφή στα προ πανδημίας επίπεδα. Οπως φαίνεται στα στοιχεία του ΕΚΚΟΜΕΔ, το σύνολο των εισιτηρίων υπολείπεται σημαντικά (-20,5%) σε σχέση με το 2019, το σινεφίλ κοινό έχει σχεδόν σταθερή προτίμηση στις ευρωπαϊκές ταινίες (-1,45%) και τα αμερικανικά μπλοκμπάστερ επικρατούν παρά τη μεγαλύτερη πτώση της τελευταίας πενταετίας (-25,6%).
Η αντοχή της έβδομης τέχνης στον χρόνο αποδεικνύεται από το πώς νέοι και παλιοί «εχθροί», από την τηλεόραση, το DVD έως και τις πλατφόρμες, επέφεραν κατά περιόδους βαριά μα ποτέ καθοριστικά πλήγματα στον κλάδο. Τα μέτρα αναχαίτισης της Covid-19, που στην Ελλάδα συνοδεύτηκαν με ανορθολογικές επιδοτήσεις στους αιθουσάρχες, επιδείνωσαν προσωρινά δραματικά την κατάσταση σε μια εποχή τεράστιας διείσδυσης των παράνομων ή νόμιμων ιστοσελίδων, η οποία έκρυβε και μικρές εκπλήξεις, όπως το φαινόμενο εταιρειών που λειτουργούν και διαδικτυακά και σε φυσικό χώρο.
Υβριδικά σινεφίλ
Το ελληνικό Cinobo διαχειρίζεται πλέον μία από τις ομορφότερες αίθουσες της πρωτεύουσας, το Cine Paris, όπως επίσης το Cinobo Οπερα στην Ακαδημίας και το Cinobo Πατησίων (πρώην «Αλεξάνδρα»), ενώ συνεχίζει να τρέχει την πετυχημένη πλατφόρμα streaming.
Ο όμιλος mk2 στη Γαλλία διαθέτει αίθουσες, παραγωγές, πολιτιστικές δράσεις και streaming αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς arthouse σινεμά στην Ευρώπη. Η ιταλική Cineteca di Bologna έχει δικές της αίθουσες, φεστιβάλ και πλατφόρμα αφιερωμένη κυρίως σε αποκατεστημένες κόπιες και κλασικές ταινίες. Η Draken Film, η streaming πλατφόρμα του Φεστιβάλ Γκέτεμποργκ, συνδυάζει διαδικτυακές και φυσικές προβολές στον ιστορικό ομώνυμο κινηματογράφο.
Ο αμείλικτος ανταγωνισμός στον χώρο της διανομής στη χώρα μας οδηγεί σε υψηλές τιμές αγοράς τίτλων, οι οποίες δεν αναλογούν στο μέγεθος της αγοράς. Τα γραφεία διανομής ξεπερνούν τα δέκα, αλλά το 80% μοιράζονται οι δύο μεγάλες εταιρείες Tanweer και Feelgood, που αντιπροσωπεύουν ξένα στούντιο, ενώ παρατηρείται και η νέα μόδα αιθουσάρχες να γίνονται παράλληλα διανομείς μια-δυο φορές τον χρόνο.
Αλλοι επιθυμούν να ανοίξουν νέες αίθουσες, καθώς η Ελλάδα κατέχει την πέμπτη θέση σε ό,τι αφορά τον αριθμό των μεγάλων οθονών αλλά παραμένουν λίγες αναλογικά με τον πληθυσμό.
«Δεν είναι ένα επάγγελμα που μαραζώνει. Πριν από 10-15 χρόνια νόμιζα ότι πεθαίνει. Δεν έχεις βέβαια κάθε χρόνο «Καζαντζίδη», που προσέλκυσε 800.000 κόσμου, αλλά το σινεμά ακόμα είναι εν ζωή. Ψάχνουμε και εμείς χώρο για κινηματογράφο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλοί χώροι ελεύθεροι» δηλώνει στην «Εφ.Συν.». ο Ζήνος Παναγιωτίδης, ιδρυτής της εταιρείας διανομής Rosebud.21.
«Βέβαια πια το σινεμά έχει γίνει άκρως επιλεκτικό. Αυτό έχει και τα καλά του αλλά έχει και τα κακά του. Θα δείτε με μεγάλη διαφορά γύρω στις δέκα ταινίες να είναι ψηλά. Και από κει και μετά το χάος. Δεν είναι όπως παλιά, που η προσέλευση ήταν σταδιακή. Εχουμε τις ταινίες που κάνουν 50, 40, 30 χιλιάδες εισιτήρια και από εκεί πέρα το χάος.
»Δηλαδή υπάρχουν ευρωπαϊκές, ανεξάρτητες ταινίες που έρχονται με ονόματα και από φεστιβάλ αλλά δεν κάνουν ούτε χίλια εισιτήρια. Εκτός από την επιλεκτικότητα, εξακολουθεί να επηρεάζει και η κριτική, αν και στην εποχή των social media ο θεατής διαβάζει και ενημερώνεται περισσότερο.
»Ταινία με τέσσερα αστεράκια πάντως γίνεται αυτόματα επιτυχία. Εκτός αν το θέμα είναι απωθητικό. Πέρσι εμείς βγάλαμε το April, που είχε πάρει το δεύτερο βραβείο στη Βενετία αλλά ήταν δύσκολο το θέμα. Ενας σύγχρονος Ταρκόφσκι μπορεί να μην έκανε επιτυχία. Η δική μου ρομαντική γενιά πήγαινε και έβλεπε αυτές τις ταινίες» λέει ο Παναγιωτίδης.
Ποιοι πάνε σινεμά
Ελλείψει δημογραφικών στοιχείων για το κοινό ρωτήσαμε τον κ. Παναγιωτίδη να μας μεταφέρει εμπειρικά τη δική του εικόνα. «Τώρα πια το κοινό αποτελείται κυρίως από νέους, που βέβαια πάνε στους πολυκινηματογράφους, και από το κοινό των 40+ που προτιμάει τις «ποιοτικές» ταινίες μέσα στις οποίες είναι και οι ευρωπαϊκές που γνωρίζουμε μέσα από τα φεστιβάλ».
Την ίδια εικόνα περιγράφει και ο Ορέστης Ανδρεδάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Τελευταία παρατηρούμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το νεανικό και καλλιτεχνικό κοινό. Βεβαίως πρώτα χρειαζόμαστε επιστημονική έρευνα» αναφέρει στην «Εφ.Συν.».
«Ωστόσο, από ό,τι παρατηρούμε και από ό,τι μας λένε οι νέοι και οι φοιτητές, υπάρχει μια μικρή κόπωση από τις πλατφόρμες. Είναι μικρή και επηρεάζει ένα πιο συγκεκριμένο κοινό, δηλαδή τους φοιτητές σχολών καλών τεχνών, τους φοιτητές που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τέχνη και τον κινηματογράφο.
»Μας λένε, και το βλέπουμε και στις αίθουσες, ότι όταν έχουν την επιλογή να δουν μια ταινία σε μια πλατφόρμα ή να δουν την ίδια ταινία σε μια αίθουσα αυτό το συγκεκριμένο κοινό θα έρθει στην αίθουσα. Και δεν μιλάω μόνο για τη διάρκεια του φεστιβάλ, αλλά για όλο τον χρόνο γιατί οι αίθουσες του φεστιβάλ λειτουργούν και ως κανονικές αίθουσες».
Ο 39χρονος Αναστάσης, τακτικός θεατής κινηματογράφου που ζει στην Αθήνα, στέκεται στη μαγεία της μεγάλης οθόνης. «Η εμπειρία στο σινεμά είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να κάθομαι μπροστά σε μια οθόνη όλη την ώρα. Νιώθω πολύ καλύτερα όταν πηγαίνω στον κινηματογράφο. Μου κάνει καλό, ακόμα και όταν πηγαίνω μόνος μου. Πηγαίνω περισσότερο το καλοκαίρι, γιατί βρίσκω περισσότερες προσφορές από τα θερινά σινεμά» λέει.
Από την άλλη πλευρά η 65χρονη Παναγιώτα από τη Λάρισα μας λέει ότι από τότε που τα παιδιά της, τα οποία συνήθιζε να πηγαίνει στο σινεμά, μεγάλωσαν, δεν έχει ούτε τον χρόνο ούτε τα χρήματα. Δεν έχει ούτε συνδρομητική τηλεόραση. «Είμαι αναγκασμένη να βλέπω μόνο αστυνομικές σειρές και ταινίες, γιατί τα υπόλοιπα που προβάλλονται συνήθως στην τηλεόραση είναι σκουπίδια» θεωρεί.
Περιπλάνηση
Σύμφωνα με τη UNIC, μετά τη Γαλλία τις περισσότερες αίθουσες διαθέτει η Γερμανία (4.901), η Ισπανία (3.591) και η Ιταλία (3.484). Συγκριτικά με τον πληθυσμό, πρώτη έρχεται η Ιρλανδία με 10,51 οθόνες ανά 100.000 κατοίκους και ακολουθούν η Γαλλία (9,25) και η Σουηδία (9,04).
Στις γαλλικές αίθουσες οι θεατές είναι άνω των 40 ετών και οικογένειες. Και παρ’ όλο που ο αριθμός των σινεμά έχει αυξηθεί κατά 12%, υπάρχουν λιγότερα μικρά σινεμά και περισσότεροι πολυκινηματογράφοι κατά 30%. Τα σινεμά σε γειτονιές και χωριά της ηπειρωτικής χώρας κλείνουν, ενώ μόνο το 19% βρίσκονται σε αραιοκατοικημένες περιοχές, σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Γι’ αυτό η Ενωση Ciné Off εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες παλεύει να τα διατηρήσει και προωθεί την κινηματογραφική θέαση σε ημιαστικές και αγροτικές περιοχές της χώρας.
Η Proyecfilm στη Σαλαμάνκα της Ισπανίας, όπως λέει το σλόγκαν της, φέρνει τον κινηματογράφο «στην περιοχή σας». «Ολη μου τη ζωή ακούω τον πατέρα μου να λέει ότι ο κινηματογράφος -υποτίθεται- βρίσκεται σε κρίση: όταν πέρασε από τον βωβό στον ομιλούντα, όταν ήρθε η τηλεόραση, μετά το βίντεο κτλ» δηλώνει αισιόδοξα ο εκπρόσωπος της εταιρείας, Αλμπέρτο Φουέντες. «Πράγματι η πανδημία προκάλεσε ένα πολύ σκληρό πλήγμα και δεν ξέρω αν θα ανακάμψει [η προσέλευση], αλλά το πιστεύω». Αυτό που παρατηρεί είναι ότι παρακολουθούν όλο και λιγότερα παιδιά.
Ο παππούς του ήταν ζωγράφος κινηματογραφικών αφισών και ο πατέρας του γεννήθηκε -κυριολεκτικά- στην καμπίνα ενός σινεμά. Μέσω της Proyecfilm η οικογένεια αναζητά χωριά που θέλουν σινεμά για να γλιτώσουν από την έρημο των οθονών. Δεν είναι μάλιστα απαραίτητο να προϋπάρχει κινηματογράφος στο χωριό.
«Πολλοί δήμοι διαθέτουν χώρους απολύτως κατάλληλους για προβολές, αλλά η γραφειοκρατία τα περιπλέκει όλα» εξηγεί ο Αλμπέρτο. Οι ενδιαφερόμενοι δήμοι επικοινωνούν μαζί τους και στη συνέχεια «τους εξοπλίζουμε και δίνουμε την ευκαιρία στην περιοχή να απολαύσει τις πρεμιέρες».
Η Ισπανία ξεχωρίζει και για το πρόγραμμα CineSenior, με χρηματοδότηση 10 εκατομμυρίων ευρώ από το υπουργείο Πολιτισμού, χάρη στο οποίο πολίτες άνω 65 ετών μπορούν να παρακολουθούν κάθε Τρίτη προβολές στα 420 συνεργαζόμενα σινεμά μόνο με 2 ευρώ. Αυτό έφερε αύξηση 49,6% στη συμμετοχή αυτής της ηλικιακής ομάδας σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η στάθμευση
Το Μιλάνο, η πόλη που στη δεκαετία του ‘60 είχε 160 κινηματογράφους, σήμερα έχει μόνο 30. Λιγότεροι από δέκα στο κέντρο, λιγότεροι από είκοσι στις γειτονιές και οι λίγοι εναπομείναντες στην περιφέρεια, όπου έχουν δημιουργηθεί τρία πολυκινηματογραφικά συγκροτήματα που από μόνα τους συγκεντρώνουν περισσότερο από το ένα τρίτο των αιθουσών του Μιλάνου. Σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν 5,91 κινηματογράφοι ανά 100.000 κατοίκους, οι μισοί από ό,τι στην Ιρλανδία.
«Αν μια ταινία τελειώσει αργά και δεν υπάρχουν μέσα μαζικής μεταφοράς, είτε χρησιμοποιείς ιδιωτικά μέσα είτε μένεις στο σπίτι» επικρίνει ο Τζουζέπε Ραούσα, Ιταλός συγγραφέας για την ιστορία του κινηματογράφου, ο οποίος λέει ότι ειδικά η δυσκολία στάθμευσης έχει βλάψει τους θεατές. Το μόνο που τους μένει είναι το εμπορικό κέντρο λόγω καλού πάρκινγκ. Ο 67χρονος πιστεύει ότι ο κινηματογράφος φέρει ευθύνη, επειδή δεν κατάφερε να διαφοροποιηθεί και να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό της τηλεόρασης και των ιδιωτικών καναλιών που εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ‘90.
● Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Francesca Barca (Voxeurope – Γαλλία), Lola García-Ajofrín (El Confidencial – Ισπανία), Federico Caruso (OBCT – Ιταλία) Marta Abbà (Milan), Ștefania Gheorghe (Hotnews – Ρουμανία), Petr Jedlička (Denik Referendum – Τσεχία) και Maria Delaney (The Journal Investigates – Ιρλανδία).
