ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από περίπου 2 χρόνια, στις 20 Αυγούστου 2022, έκλεισε οριστικά η έξοδος της χώρας από τα προγράμματα στήριξης και την πιστωτική εποπτεία. Ομως, από αυτήν την επιστροφή στην «κανονικότητα» συνεχίζει ακόμη και σήμερα να εξαιρείται στην πράξη η πλήρης επιστροφή στη συλλογική αυτονομία με τη μορφή που θεσπίστηκε το 1990, ως αποτέλεσμα κοινωνικής συμφωνίας με την ομόφωνη γνώμη όλων των κομμάτων της Βουλής και τη συμφωνία όλων των τριτοβάθμιων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων. Ο βασικός μισθός συνεχίζει και από την παρούσα κυβέρνηση να ορίζεται διοικητικά. Οι συλλογικές συμβάσεις, σπάνιο φαινόμενο, παραμένουν εξαίρεση και ο κρατικός παρεμβατισμός διαπρέπει διατηρώντας υποβαθμισμένο ακόμη και τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ).

Tην απόλυτη διάλυση του συστήματος των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, με αρχικό όχημα την κατάλυση του θεσμού της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΕΓΣΕΕ), που ίσχυσε από τη δεκαετία του ’50, και τη μείωση έως 70% του ποσοστού εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε επρόκειτο για εθνικές, είτε για ομοιοεπαγγελματικές, κλαδικές ή και επιχειρησιακές, αναδεικνύει η αποκαλυπτική μελέτη που διεξήγαγε ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας.

Πρόκειται για έναν Οργανισμό που υποτιμήθηκε και συνεχίζει να τελεί υπό την απειλή περαιτέρω υποβάθμισής του μέσω της μετατροπής του σε ένα πλήρως ελεγχόμενο όργανο του ΣΕΒ, ο οποίος εσχάτως, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, επιχειρεί και την τοποθέτηση προέδρου της δικής του προτίμησης παρά το γεγονός ότι ο ομότιμος καθηγητής Κ. Παπαδημητρίου διατηρεί με άψογο τρόπο τις ισορροπίες και τις συναινέσεις που απαιτεί ο ρόλος του Οργανισμού.

Βασικά συμπεράσματα και στοιχεία της επιστημονικής και εξαιρετικά τεκμηριωμένης μελέτης που παραμένει καταχωνιασμένη λόγω του απαγορευτικού δημοσιοποίησής της από τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Ελλάδας (ο οποίος εκπροσωπείται, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί εταίροι, στον ΟΜΕΔ), της σιωπηρής στάσης που κρατούν οι λοιποί κοινωνικοί εταίροι αλλά και της κυβερνητικής επιθυμίας να μην έρθουν στο φως στοιχεία που διαψεύδουν το αφήγημα της κυβέρνησης πως τάχα δεν χρειάζεται η επαναφορά της ΕΓΣΣΕ, για να αυξηθεί στο 80% η κάλυψη των μισθωτών από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η «Εφ.Συν.».

pinakas

Βασικά συμπεράσματα

Η μελέτη, η οποία υπογράφεται από την Αθηνά Μαλαγαρδή και τον Μιλτιάδη Σταμπουλή, τεκμηριώνει -χωρίς να το φωνάζει- ότι ο μόνος τρόπος για να προσεγγιστεί έστω και λίγο το ποσοστό αύξησης της κάλυψης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στο 80%, όπως συστήνει η τελευταία ευρωπαϊκή Οδηγία, είναι η επαναφορά καθορισμού της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας μέσα από τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων.

Η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις κατέρρευσε από 83,9% το 2008, σε 27%-30% το 2023 ● Το 2023, μόνο το 23,9% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα έπαιρνε τον κατώτατο μισθό ● Μηδενίστηκαν και οι διαιτητικές αποφάσεις μετά το 2021

Στην Ελλάδα, στο Εργατικό Δίκαιο σημειώθηκε ένα μοναδικό, ενδεχομένως και σε παγκόσμια κλίμακα, ιστορικό προηγούμενο: Από το 2010 μέχρι και το 2019 (με τις διατάξεις Βρούτση στην πρώτη, μετά τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., κυβέρνηση της Ν.Δ.) υπέστη ανελέητο βομβαρδισμό από τις αντεργατικές διατάξεις 12 νόμων και μιας Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, της περίφημης του Ιουνίου 2012. Στόχος των παρεμβάσεων ήταν η υποτίμηση των μισθών και ημερομισθίων, η διάλυση των συνδικάτων μέσα από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η κάθετη πτώση των συμβάσεων εργασίας.

Είναι γνωστό ότι το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, από το 83,9% που ήταν το 2008, μειώθηκε στο 15% το 2014, ανήλθε μόλις στο 25,8% το 2018 (μείωση 68,9%) και σήμερα δεν ξεπερνά το 27%-30%. Σύμφωνα δε με τον ΟΟΣΑ, ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση, με την Πολωνία να ακολουθεί στην τελευταία θέση.

Σε πτώση και οι επιχειρησιακές

Και δεν αναφερόμαστε μόνο στην καθίζηση των εθνικών, κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων. Το αντεργατικό κύμα που απλώθηκε από τα χρόνια των μνημονίων, η απέχθεια που καλλιεργήθηκε και ενισχύθηκε -μέσω και των νομοθετικών ρυθμίσεων που ακολούθησαν από το 2109 μέχρι και σήμερα- σε μεγάλο τμήμα εργοδοτών αναφορικά με τις συλλογικές διεκδικήσεις και εκφεύγει από τα στενά όρια ενός lobbying αναχαίτισαν ακόμη και τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή τις συμφωνίες από τις «Ενώσεις Προσώπων» που κατασκευάστηκαν για να υποκαταστήσουν τα σωματεία.

Υπενθυμίζεται ότι το 2012, με την εφαρμογή της αναστολής της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης στη συρροή συμβάσεων, οι επιχειρησιακές ΣΣΕ εκτοξεύτηκαν στον αριθμό-ρεκόρ 976 με κύριο σκοπό τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που κυρίως γινόταν από τις Ενώσεις Προσώπων. Από το 2018 και μετά με την επαναφορά της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης αλλάζει ξανά το τοπίο των επιχειρησιακών ΣΣΕ με τον αριθμό τους να μειώνεται αισθητά, στις 159 για το 2019 και 179 για το 2021, και να υπογράφονται κυρίως από πρωτοβάθμια σωματεία.

Σε αυτό το πεδίο τα στοιχεία της μελέτης του ΟΜΕΔ αποκαλύπτουν ότι μόνο κατά το 2023, έτος επιστροφής στην οικονομική ανάπτυξη και την «κανονικότητα», ακόμη και στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 1.000 ατόμων), οι επιχειρησιακές συμβάσεις που υπεγράφησαν κάλυπταν μόνο το 16% των εργαζομένων, ενώ στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 251-1.000 άτομα οι επιχειρησιακές συμβάσεις άγγιξαν μόλις το 5,4% των εργαζομένων.

Για να μην αναφερθούμε στις επιχειρήσεις με 51 έως 250 εργαζόμενους, στις οποίες οι επιχειρησιακές συμβάσεις που υπεγράφησαν αφορούν μόλις το 1,20% των εργαζομένων. Εικόνα η οποία, όπως αναφέρουν οι μελετητές, δεν αλλάζει «παρότι το 2023 ήταν εν ισχύι και ένας επιπρόσθετος αριθμός άλλων επιχειρησιακών ΣΣΕ που υπογράφτηκαν κατά τα δύο προηγούμενα έτη (2021, 2022)».

«Με άλλα λόγια, είναι ασφαλέστατο το συμπέρασμα ότι μόνο ένας μικρός αριθμός επιχειρήσεων στη χώρα μας συνάπτει επιχειρησιακές συμβάσεις (ΕΣΣΕ). Με όρους μεγέθους βέβαια, όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση, τόσο μικρότερος είναι ο αριθμός των ΕΣΣΕ, αλλά ακόμα και στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις άνω των 1.000 ατόμων ο αριθμός των ΕΣΣΕ που συνάπτονται δεν ξεπερνά το 20% αυτών».

Το 23,9% παίρνει τον κατώτατο μισθό

Σε ό,τι αφορά τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις που απώλεσαν το δικαίωμα να έχουν μισθολογικό περιεχόμενο, «κατά την περίοδο 2018-2023 υπογράφτηκαν τέσσερις (4) χωρίς μισθολογικούς όρους μετά τη μεταφορά της αρμοδιότητας του καθορισμού του εθνικού κατώτατου από τους κοινωνικούς εταίρους στην κυβέρνηση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Ν. 4172/2013 (άρθρο 103) που καθιέρωσε έναν νέο μηχανισμό καθορισμού του κατώτατου μισθού». Μηχανισμός που με μικρές τροποποιήσεις υιοθετείται και στο υπό κατάθεση νομοσχέδιο με το οποίο υποτίθεται επιχειρείται η αναβίωση της συλλογικής αυτονομίας, παρότι η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία έγινε στις 20 Αυγούστου 2018 και στις 21 Αυγούστου 2018 ανακοινώθηκε η έξοδος της χώρας από τα προγράμματα στήριξης ενώ το κεφάλαιο αυτό έκλεισε οριστικά στις 20 Αυγούστου 2022.

Ομως, το έτος 2022 ήμασταν η μόνη χώρα της Ε.Ε. όπου ο κατώτατος μισθός παρέμενε χαμηλότερος από τον κατώτατο μισθό του έτους 2012, αλλά και η μοναδική με αρνητικό μέσο ρυθμό ανάπτυξης μέχρι το 2019 λόγω της κρίσης χρέους. Οπως ήδη έχει τονιστεί από την πλειονότητα των εθνικών κοινωνικών εταίρων, η αποδυνάμωση της ΕΓΣΣΕ με την αφαίρεση της δυνατότητάς της να καθορίζει τον γενικό κατώτατο μισθό όχι μόνο υποβαθμίζει έναν βασικό θεσμό της αγοράς εργασίας, αλλά συνεπάγεται και την υποβάθμιση των εθνικών κοινωνικών εταίρων που την υπογράφουν, των συνδικάτων και των εργοδοτικών οργανώσεων.

Για το 2023 το 23,9%, σύμφωνα με το Π/Σ ΕΡΓΑΝΗ, αμείβεται βάσει του κατώτατου μισθού, δηλαδή το 1/4 των απασχολούμενων του ιδιωτικού τομέα. Ενα δε μεγάλο μέρος των απασχολούμενων μισθωτών (περί τους 700.000 ή 29,6% του συνόλου) απασχολούνταν το 2022 σε μικρές επιχειρήσεις κάτω των 10 ατόμων. Μεταξύ αυτών, το 35% αμειβόταν με τον κατώτατο μισθό.

Συρρίκνωση

Καταλυτική για τη μείωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ήταν όμως και η μεταμνημονιακή παρέμβαση και η νομοθετική αλλαγή του άρθρου 57 του Ν. 4635/2019 για τη διατήρηση της μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία του ΟΜΕΔ. Παρέμβαση ιδιαίτερης σημασίας όταν μέσω της μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία αναπαραγόταν το ¼ των κλαδικών και το 1/3 των ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ πριν από την κρίση.

«Ετσι συνεχίστηκε ο συρρικνωμένος αριθμός των Διαιτητικών Αποφάσεων και στην περίοδο 2019-2023 με αποτέλεσμα η Διαιτησία ως μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών να έχει σχεδόν εκλείψει. Και ενώ ο μέσος όρος των Διαιτητικών Αποφάσεων του ΟΜΕΔ ανερχόταν στις 50 ετησίως, η πρώτη μεγάλη μείωση επήλθε το έτος 2011 με 27 Δ.Α., το έτος 2013 με μηδενικές Δ.Α., το έτος 2014 με 9 Δ.Α., το έτος 2015 με 10 αποφάσεις α’ και β’ βαθμού, το έτος 2016 με 24 Δ.Α. α’ και β’ βαθμού και το έτος 2017 με 13 Δ.Α. α’ και β’ βαθμού.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι υποθέσεις Διαιτησίας β’ βαθμού (Ν. 4303/2014) κατά τα έτη 2013-2023 υπήρξαν συνολικά 34 και οι Διαιτητικές Αποφάσεις που εκδόθηκαν ήταν συνολικά 33 ενώ μία τέθηκε σε αναστολή.

Θα περίμενε κανείς ότι το τοπίο θα άλλαζε με το τέλος του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018, όταν επανήλθε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε ισχύ η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης.

Συνεπώς πλέον σε περίπτωση συρροής αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο. Ωστόσο, με την επάνοδο της κυβέρνησης της Ν.Δ. το ζήτημα της συρροής επαναρυθμίστηκε (άρθρο 55 κεφ. Α. Ν. 4635/2019) και από τις 30.10.2019 η κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας. Με απόφαση δε του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ειδικώς για κάθε επιχείρηση. Η δε εθνική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ δεν υπερισχύει αντίστοιχης τοπικής.

apolyseis ergasia symvaseis

Μεσολάβηση και Συμφιλίωση

Παρατηρείται ότι κλάδοι με κουλτούρα διαπραγμάτευσης, διαπραγματευτική δεξιότητα και καλή πίστη, όπως ο κλάδος των ξενοδοχοϋπαλλήλων, του μετάλλου, της τσιμεντοβιομηχανίας και των τραπεζών, υπογράφουν διεπιχειρησιακές ΣΣΕ και εν μέσω κρίσης και εν μέσω πανδημίας Covid-19 και συνεχίζουν την κουλτούρα διαπραγμάτευσης και κάλυψης από ΣΣΕ για όλη την ενδεκαετία 2013-2023.

Τα καλά παραδείγματα των κλάδων αυτών για την ελληνική οικονομία θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, όταν στηρίζονται σε γερές βάσεις καλής πίστης, εμπιστοσύνης, διαπραγματευτικής δεξιότητας και αμοιβαίων υποχωρήσεων, μπορούν να δώσουν καρπούς ακόμα και σε δυσμενή οικονομικά περιβάλλοντα.

Βασικό στοιχείο αποτελεί, μεταξύ άλλων, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των διαπραγματευόμενων μερών, εργατική/εργοδοτική πλευρά, για την επίτευξη συμφωνιών (up-skilling) και η επανεκπαίδευσή τους (re-skilling). Η αποδυνάμωση δε έως και εξαφάνιση του θεσμού της Διαιτησίας μετατοπίζει την επίλυση των συλλογικών διαφορών στη Μεσολάβηση και τη Συμφιλίωση, όπου απαιτούνται εξειδικευμένες δεξιότητες από τα διαπραγματευόμενα μέρη για την επίτευξη συμφωνιών. Ηδη οι μεσολαβητές/συμφιλιωτές και διαιτητές του ΟΜΕΔ κατά το έτος 2023 ενδυνάμωσαν τις διαπραγματευτικές τους δεξιότητες μέσα από διεθνές εξειδικευμένο εντατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας τόσο στο Εκπαιδευτικό Κέντρο της ΔΟΕ στο Τορίνο, όσο και στην Ελλάδα με εισηγήσεις και θεσμικούς φορείς από χώρες της Ε.Ε. και την Αμερική, μέσα στο πλαίσιο του προγράμματος συνεργασίας και τεχνικής υποστήριξης του ILO, με θέμα την υποστήριξη του λειτουργικού εκσυγχρονισμού του ΟΜΕΔ, χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.