Εντονη κινητικότητα παρατηρείται το τελευταίο χρονικό διάστημα στον κλάδο της ακτοπλοΐας, με πληροφορίες για deal που βρίσκονται σε εξέλιξη ανάμεσα σε εταιρείες, ενώ πλοία αλλάζουν χέρια και παράλληλα καταγράφονται αντιπαραθέσεις και διαφωνίες, ειδικά για τις γραμμές της Ραφήνας προς τις Κυκλάδες, με σημείο αιχμής ταχύπλοα και συμβατικά πλοία.
Πρόσφατα η Aegean Sea Lines, συμφερόντων του Λεωνίδα Δημητριάδη – Ευγενίδη, πούλησε το μοναδικό πλοίο της, το «Ανεμος» (συμβατικό), έπειτα από τρία χρόνια παρουσίας στις γραμμές των Δυτικών Κυκλάδων, τονίζοντας ότι «οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στις γραμμές των Δυτικών Κυκλάδων, σε συνδυασμό με τις ευρύτερες εξελίξεις που επηρεάζουν το περιβάλλον της ακτοπλοΐας, κατέστησαν μη ρεαλιστική τη συνέχιση της προσπάθειας υπό τις προϋποθέσεις και με τους στόχους για τους οποίους αυτή ξεκίνησε».
Τις τελευταίες ημέρες έγινε γνωστό ότι ο βασικός μέτοχος της Attica Group, η Strix Holdings (86,704%), βρίσκεται σε επαφές με επενδυτικά σχήματα και γνωστούς Ελληνες επιχειρηματίες. Οι πληροφορίες αυτές προκάλεσαν την παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στη συνέχεια την επίσημη τοποθέτηση του ομίλου. Σε αυτήν γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν έχει υπογραφεί –μέχρι στιγμής– καμία συμφωνία πώλησης, ωστόσο επιβεβαιώνεται ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διερευνητικές επαφές.
Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Fast Ferries (που δραστηριοποιείται με συμβατικά πλοία), Θεολόγος Παναγιωτάκης, με επιστολή του προς τους δημάρχους Κυκλάδων, με θέμα «Το δικαίωμα των νησιών να έχουν μέλλον. Η ακτοπλοΐα δεν είναι μόνο μεταφορά. Είναι εθνική συνοχή», επισημαίνει την ανάγκη ύπαρξης ενός υγιούς και βιώσιμου ακτοπλοϊκού κλάδου και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για «τη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα ανησυχητικής κατάστασης που απειλεί κυρίως τη βιωσιμότητα των συμβατικών πλοίων, τα οποία εξυπηρετούν τα νησιά μας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους».
Ο Θ. Παναγιωτάκης στην επιστολή του, με μια ιδιαίτερα συναισθηματική γλώσσα, ζητά από τους δημάρχους των νησιών των Κυκλάδων, αλλά και από το επιμελητήριο, να στηρίξουν ένα αξιόπιστο, πολυφωνικό και βιώσιμο ακτοπλοϊκό σύστημα, ικανό να εξυπηρετεί τις ανάγκες των νησιωτών δώδεκα μήνες τον χρόνο. Ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι στην επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου της ακτοπλοΐας πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η ανάγκη στήριξης των πλοίων δωδεκάμηνης δρομολόγησης και η διασφάλιση συνθηκών πραγματικά ισότιμου ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο ίδιος στα συμβατικά πλοία δωδεκάμηνης δρομολόγησης, τα οποία, όπως τονίζει, επωμίζονται το βάρος της εξυπηρέτησης των νησιωτικών κοινωνιών κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν η επιβατική κίνηση είναι περιορισμένη και τα δρομολόγια συχνά ζημιογόνα. Ωστόσο, εξηγεί ότι κατά τη θερινή περίοδο, όταν διαμορφώνεται το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους και εξασφαλίζεται η οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τις γραμμές τον χειμώνα, τα συμβατικά πλοία έρχονται αντιμέτωπα με εποχικά δρομολογούμενα ταχύπλοα, τα οποία δραστηριοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά κατά την περίοδο υψηλής ζήτησης και επικεντρώνονται στις πλέον εμπορικές γραμμές.
Διευκρινίζει όμως ότι το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη ανταγωνισμού. «Ο ανταγωνισμός είναι θεμιτός και ωφέλιμος όταν διεξάγεται με ισότιμους όρους», αναφέρει και εξηγεί ότι το πρόβλημα είναι οι εταιρείες που επιλέγουν να δραστηριοποιούνται μόνο κατά την περίοδο υψηλής ζήτησης. Καταθέτει επίσης τον προβληματισμό του για την τιμολογιακή πολιτική που παρατηρείται σε ορισμένες γραμμές, όπου τα εισιτήρια των εποχικών ταχυπλόων εμφανίζονται σε τιμές ίσες ή ακόμη και χαμηλότερες από εκείνες των συμβατικών πλοίων, παρά το σημαντικά υψηλότερο λειτουργικό τους κόστος. Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνει, στις ίδιες γραμμές και σε διαφορετικές ώρες αναχώρησης, οι ίδιες εταιρείες εφαρμόζουν αισθητά υψηλότερες τιμές, ενώ, όπως υποστηρίζει, έντονο προβληματισμό προκαλεί η αυξανόμενη συγκέντρωση της ακτοπλοϊκής αγοράς σε έναν επιχειρηματικό όμιλο.
