Πώς φτάσαμε στο σημείο να νιώθουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο απειλητικών εφήβων και να βλέπουμε το σχολείο ως χώρο παραγωγής τραμπούκων; Η καθηγήτρια Αγγλικών, προτού πεθάνει, είχε καταγγείλει πως δεχόταν ύβρεις από συγκεκριμένη ομάδα μαθητών, επιθετική συμπεριφορά αλλά και απειλές για τη σωματική της ακεραιότητα, ενώ παράλληλα είχε παραπεμφθεί σε υγειονομική επιτροπή μετά από κατηγορία για πνευματική ανικανότητα να ανταποκριθεί στα εκπαιδευτικά της καθήκοντα. Γνωρίζουμε πως η εφηβική βία αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αναπλάθεται ο κοινωνικός δεσμός και συνδέεται με τα κύρια σημαίνοντα που ενσαρκώνονται στην πολιτεία και δεν είναι πια αξιόπιστα.
Πριν από μερικά χρόνια μια μακροσκελή επιστολή ενός καθηγητή ΕΠΑΛ, που είχε υποβάλει την παραίτησή του καταγγέλλοντας μαθητική βία εντός του Επαγγελματικού Λυκείου, μας είχε φέρει αντιμέτωπους με την ευαλωτότητα των καθηγητών μπροστά στη βία των μαθητών και την απαξίωση των ΕΠΑΛ. Η επιστολή είχε επαναφέρει στο προσκήνιο ένα χρόνιο πρόβλημα που όλοι γνωρίζουμε, αλλά προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει: την πολιτισμική αποστέρηση που έχει τις ρίζες της στο οικογενειακό περιβάλλον και δεν έχει καταφέρει να διορθώσει το ελληνικό σχολείο. Τι συμβαίνει όμως όταν το παιδαγωγικό πλαίσιο δεν είναι σε θέση να ενδυναμώσει γνωσιακά και ψυχοκοινωνικά το ίδιο όλα τα παιδιά ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση;
Πριν από αρκετά περισσότερα χρόνια το επάγγελμα του εκπαιδευτικού συστηνόταν ανεπιφύλακτα στα νεαρά κορίτσια από τις οικογένειές τους, έτσι ώστε να έχουν μια ευκολότερη εργασιακή καθημερινότητα που θα τους επέτρεπε να επενδύσουν στην προσωπική τους ζωή.
Τι έχει αλλάξει έκτοτε; Σε ποια θέση βάζει η ελληνική πολιτεία το υποκείμενο της εκπαίδευσης και την ίδια την εκπαίδευση; Τι μετασχηματισμοί έχουν συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία και γιατί το ελληνικό σχολείο είναι εντελώς αδύναμο να διορθώσει την πολιτισμική αποστέρηση (που έχει τη ρίζα της στην οικογένεια όπως προείπαμε); Ολοι όσοι λαμβάνουν τις αποφάσεις θα έπρεπε να γνωρίζουν πως η σχολική αποτυχία επηρεάζεται -βάσει της θεωρίας του Πιερ Μπουρντιέ- από το πολιτιστικό κεφάλαιο, δηλαδή την κουλτούρα του μαθητή. Ο Γάλλος κοινωνικός επιστήμονας ανέλυε την παιδαγωγική πράξη ως πράξη συμβολικής βίας, όπου οι «κληρονόμοι» της κυρίαρχης κουλτούρας έχουν ευνοϊκή πορεία μέσα στην κοινωνία.
Οταν στις γαλλικές κινηματογραφικές αίθουσες παιζόταν η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους», που μιλούσε για μια αβάσταχτη σκληρότητα στο μικρόκοσμο του σχολείου, μια σκληρότητα που εκπορευόταν από δυσκολεμένες εφήβους των παρισινών προαστίων, πιστεύαμε πως το φιλμ, που είχε βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Κανών το 2008, αφορούσε αποκλειστικά τη γαλλική πραγματικότητα.
Τι συμβαίνει αλήθεια στα ελληνικά σχολεία; Η βία στα σχολεία δεν μπορεί να είναι ασύνδετη από την κοινωνικοπολιτική δυσφορία και τη μετάλλαξη του κοινωνικού δεσμού, σε μια χώρα όπου το κύριο σημαίνον δεν είναι αξιόπιστο ώστε να εξασφαλιστεί συμμόρφωση όλων στον πολιτικό και κοινωνικό δεσμό.
Παράλληλα ο ρόλος των ειδησεογραφικών μέσων ενημέρωσης στην προώθηση ενός εχθρικού, φοβικού λόγου απέναντι στους παραβατικούς εφήβους είναι καταλυτικός. Τα μίντια συχνά υιοθετούν ένα πλαίσιο στιγματισμού σε σχέση με την ερωτοτροπία των εφήβων με τη βία, τον θάνατο, τον κίνδυνο. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε πως είναι τρομαγμένα παιδιά που έχουν υπάρξει θύματα διακρίσεων ανάμεσα στα αδέλφια, αποδέκτες αυταρχικών γονεϊκών συμπεριφορών, μάρτυρες σκηνών βίας ή αδιαφορίας ανάμεσα στους γονείς. Συνήθως οι bullies έχουν υποτιμηθεί μέσα στην οικογένεια. Πρόκειται ωστόσο για μια υποτίμηση που δεν είναι απαραίτητα πάντα τόσο ορατή και γι’ αυτό είναι άστοχη η επικέντρωση των ειδικών μόνο πάνω στις πιο υποβαθμισμένες οικονομικά περιοχές.
Το πέρασμα στη βία μοιάζει να είναι για τους εφήβους μια μορφή απάντησης σε μια ταπείνωση ή σε μια αδιαφορία. Κι όσο πιο ταπεινωμένος ή αγνοημένος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο έχει την ανάγκη να επιβάλει τον δικό του νόμο για να αισθανθεί κυρίαρχος στον χώρο.
Αν η κοινωνική ρίζα του μίσους -όπως σημείωνε ο Κορνήλιος Καστοριάδης- αντιστοιχεί στο κλείσιμο της κοινωνίας, των θεσμών και των φαντασιακών σημασιών που τη στηρίζουν, ας αναρωτηθούμε σε ποιον και γιατί απευθύνουν αυτή την οργή τα παιδιά.
Η καθηγήτρια -σύμφωνα με το στενό της περιβάλλον- δεχόταν εδώ και καιρό συστηματικό bullying από μαθητές στο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης όπου εργαζόταν. Οι γονείς και τα μέλη της σχολικής κοινότητας δηλώνουν πως επιφυλάσσονται για την άσκηση κάθε νόμιμου δικαιώματός τους για την προστασία των μαθητών, των καθηγητών και των οικογενειών από ψευδείς, συκοφαντικές και προσβλητικές αναφορές.
Ολα δείχνουν πως κηρύσσεται δηλαδή ένα είδος άτυπου πολέμου ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους, ενώ ο πόλεμος θα έπρεπε να κηρυχτεί από τους εκπαιδευτικούς και τις οικογένειες των μαθητών απέναντι σε μια πολιτεία βαθμοθηρική με ψυχοσυναισθηματικό έλλειμμα. Τι νόημα έχει η αποστολή ψυχολόγων στα σχολεία όταν ο κάθε ψυχολόγος είναι αναγκασμένος να επισκέπτεται πέντε σχολεία την εβδομάδα, δηλαδή να μην είναι σε θέση να εργαστεί με συνέπεια με κανένα παιδί και οικογένεια;
Ας μην πυροβολήσουν οι θεσμοί τους μαθητές. Αλλά ας αποφασίσουν επιτέλους να διαχειριστούν δημιουργικά τις ρήξεις της εφηβείας και της μετεφηβείας, λαμβάνοντας υπόψη πως οι παραβατικές συμπεριφορές χαρακτηρίζουν αυτή την ηλικία καθώς πρόκειται για την περίοδο με τις πιο έντονες βιοσωματικές και ψυχοσυναισθηματικές εναλλαγές στη ζωή του ανθρώπου.
Ας εφεύρουν επιτέλους ένα σχολείο που θα λαμβάνει υπόψη του την ποικιλομορφία των παιδιών και που δεν θα αναπαράγει ανισότητες. Ας επενδύσουν πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε αυτό, για να δημιουργηθούν οι συνθήκες έτσι ώστε το ελληνικό μαθητικό σώμα να μη διαπερνάται από αντιθέσεις.
Τότε οι έφηβοι θα συμμορφωθούν με τον κοινωνικό δεσμό χωρίς να του επιτίθενται με αγριότητα παρά μόνο με υγιή αμφισβήτηση. Κι αν δεν το κάνουν, τότε ας πυροβολήσουμε εμείς -οι πολίτες- τους θεσμούς. Για να πάψουμε να νιώθουμε το ελληνικό σχολείο ως χώρο παραγωγής τραμπούκων.
