Η σύγχρονη εμπειρία του πολέμου διαφέρει ριζικά από εκείνη των προηγούμενων ιστορικών περιόδων. Κατά τον 20ό αιώνα η πρόσβαση στις εικόνες του πολέμου διαμεσολαβούνταν από θεσμικούς μηχανισμούς. Ο πόλεμος του Βιετνάμ χαρακτηρίστηκε ως ο πρώτος «τηλεοπτικός πόλεμος». Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα αμερικανικά δίκτυα μετέδιδαν καθημερινά ρεπορτάζ από το μέτωπο, φέρνοντας για πρώτη φορά εικόνες μάχης στα σαλόνια των πολιτών.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία καταγράφηκε ως ο πρώτος TikTok πόλεμος, καθώς ένα τεράστιο μέρος τόσο πληροφόρησης και εικόνων από το μέτωπο όσο και της προπαγάνδας διαδόθηκαν μαζικά μέσω social media σε πραγματικό χρόνο. Ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θεωρείται ο πρώτος στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, με τις περισσότερες ψεύτικες εικόνες και deepfakes από ποτέ.
Δεν παρακολουθούμε πια μια εμπόλεμη ζώνη από το μικρόφωνο ενός πολεμικού ανταποκριτή, αλλά από τους χρήστες των social media που ανεβάζουν σε real time βομβαρδισμούς και σφαγές. Μήπως η υπερβολική έκθεση κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια μορφή απονέκρωσης του βλέμματος;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν μια άμεση, ακατέργαστη και χωρίς φίλτρα έκθεσή μας στη βία. Εξάλλου, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί αναλυτές, κάθε νέα σύγκρουση χαρακτηρίζει και μια νέα εποχή επικοινωνίας.
Η νέα αυτή συνθήκη θέτει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το πώς επηρεάζεται η ψυχική οικονομία του ατόμου από αυτή τη συνεχή έκθεση και πώς μετασχηματίζονται οι κοινωνικές μορφές συγκίνησης, ταύτισης και πολιτικής τοποθέτησης.
Τα social media έχουν μετασχηματίσει τη σχέση μεταξύ βλέμματος και πραγματικότητας. Η θέαση του πολέμου δεν είναι πλέον προνόμιο του μάρτυρα ή του δημοσιογράφου. Ο θεατής μετατρέπεται σε ψηφιακό μάρτυρα, ενώ η πράξη της κοινοποίησης δημιουργεί μια παράδοξη θέση: ο χρήστης είναι ταυτόχρονα παρατηρητής, μεταφορέας της εικόνας και ενίοτε συμμετέχων στη διάδοση του τραυματικού γεγονότος.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η χωρίς φίλτρο έκθεση στις εικόνες του πολέμου μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή δευτερογενούς τραυματοποίησης. Η θεωρία του ψυχικού τραύματος υποστηρίζει ότι το τραυματικό γεγονός είναι εκείνο που υπερβαίνει τη συμβολική επεξεργασία από τη μεριά του υποκειμένου.
Ερχόμαστε αντιμέτωποι με εικόνες ωμής βίας -δηλαδή το τραυματικό επανεμφανίζεται ξανά και ξανά στην οθόνη μας-, χωρίς το πλαίσιο που θα επέτρεπε την ψυχική επεξεργασία και νοηματοδότηση του σκληρού περιεχομένου.
Η εμπειρία αυτή ενδέχεται να παράγει μια κατάσταση ανάμεσα σε υπερεμπλοκή και απάθεια. Από τη μία πλευρά, το υποκείμενο βιώνει έντονη συναισθηματική φόρτιση· από την άλλη, η συνεχής επανάληψη μπορεί να οδηγήσει σε έναν μηχανισμό άμυνας όπου η βία κανονικοποιείται.
Ταυτόχρονα η πολιτική θέση διαμορφώνεται συχνά μέσα από συναισθηματικές αντιδράσεις στις εικόνες και στα βίντεο. Οι χρήστες αναπόδραστα καλούνται να τοποθετηθούν, να εκφράσουν αλληλεγγύη ή να καταδικάσουν, μέσα από την άμεση συγκίνηση και όχι απαραίτητα από αναστοχασμό. Συνεπώς η δημόσια έκθεση στη βία δημιουργεί νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής. Αυτό συμβαίνει γιατί οι πλατφόρμες λειτουργούν μέσα σε μια «οικονομία της προσοχής», όπου οι εικόνες με τη μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση αποκτούν τη μεγαλύτερη ορατότητα.
Η βία, επομένως, δεν είναι απλώς ένα γεγονός προς καταγραφή· γίνεται περιεχόμενο υψηλής κυκλοφορίας. Οι εικόνες πολέμου αποκτούν αξία στο ψηφιακό περιβάλλον επειδή προκαλούν σοκ, οργή ή θλίψη.
Στο βιβλίο «Ιστορία και Τραύμα», οι Φρανσουάζ Νταβουάν και Zαν Μαξ Γκοντιγιέρ αποκαλύπτουν τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες ο πόλεμος καταλύει τον κοινωνικό ιστό και τους τρόπους με τους οποίους οι ανθρώπινες στιγμές ιστορικοποιούνται. Πώς ιστορικοποιούνται άραγε οι στιγμές στην εποχή μας; Από ανθρωπολογική σκοπιά, μια νέα «κοινότητα μαρτύρων» κυοφορείται μέσα από τα social media.
Ανθρωποι που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο της σύγκρουσης γίνονται θεατές της ίδιας εικόνας σχεδόν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα η εμπειρία του πολέμου να παγκοσμιοποιείται όχι μόνο ως πληροφορία αλλά και ως συναίσθημα.
Ωστόσο, η καθολικότητα της θέασης δεν συνεπάγεται και ισότητα στην εμπειρία. Για τους ανθρώπους που ζουν τη βία, η εικόνα είναι μέρος της καθημερινής πραγματικότητας. Για τους θεατές, αποτελεί ένα στιγμιαίο ψηφιακό γεγονός που σύντομα αντικαθίσταται από το επόμενο.
Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί ένα ηθικό και πολιτισμικό ερώτημα: τι σημαίνει να παρακολουθεί κανείς τον πόλεμο ως ροή περιεχομένου;
Για τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους κάθε κοινωνία αναπτύσσει τελετουργίες και αφηγήσεις για να διαχειριστεί τη βία και τον θάνατο. Στο ψηφιακό περιβάλλον, οι τελετουργίες αυτές μετασχηματίζονται σε πρακτικές όπως το hashtag, η κοινοποίηση, η διαδικτυακή καμπάνια.
Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι σε τι πραγματικά αντιστοιχούν αυτές οι νέες μορφές διαχείρισης της βίας και του θανάτου… Σε αλληλεγγύη ή σε απονέκρωση;
