Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν ο αριστερός λόγος ζητά ρήξη και ελευθερία, η Δεξιά ζητά καθαρότητα και ασφάλεια σε μια χώρα που κλυδωνίζεται από ιστορικά τραύματα, οικονομική ανασφάλεια και πολιτισμική αστάθεια, ενώ τρέφει τη φαντασίωση της σταθερότητας. Θα μπορούσε να ιδωθεί -πέρα από μια πολιτική κατηγορία- ως μια ψυχική οργάνωση που περιστρέφεται γύρω από την απειλή του έθνους, της πίστης, της οικογένειας, της «κανονικότητας». Κάτω από το δόγμα της τάξης, της θρησκείας, του έθνους υφέρπει ένα αίτημα ασφάλειας, ένας μηχανισμός διαχείρισης της αταξίας και του απρόβλεπτου ως άμυνα απέναντι στο άγχος της ελευθερίας. Το κακό -για τη Δεξιά- έρχεται απ’ έξω: από τους ξένους, τους άθεους, τους αριστερούς, τους διαφορετικούς, που απειλούν την καθαρότητα. Ετσι, οικοδομεί την ταυτότητά της μέσω της αποκάθαρσης του Αλλου. Στο συλλογικό ασυνείδητο, το έθνος δεν έχει ανάγκη να αλλάξει. Εχει ανάγκη να προστατευτεί. Το δεξιό πρόσταγμα είναι άλλωστε πάντα υπερεγωτικό. Υπάρχει απόλαυση στην πειθαρχία, στην επιτήρηση, στην καταγγελία, στην επαναφορά του Νόμου, στην τιμωρία του Αλλου, ιδίως του λαθραίου.

Η επανεμφάνιση ενός αριστερού πολιτικού προσώπου με συμβολικό βάρος διαταράσσει αυτή τη φαντασίωση σταθερότητας. Η επικείμενη επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει το άγχος του απρόβλεπτου, του λαϊκού, του συναισθηματικού, δηλαδή όλα όσα το δεξιό φαντασιακό είχε εξοβελίσει στο όνομα του καθαρμού. Ενας ισχυρός αριστερός ηγέτης αποτελεί για τη Δεξιά σύμβολο της διαρραγής του Νόμου. Με όρους λακανικούς, ένας ισχυρός αριστερός ηγέτης ενσαρκώνει το πραγματικό που απειλεί να διαλύσει τη συμβολική τάξη της Δεξιάς, ενώ αναβιώνει το τραύμα της ιστορικής ήττας.

Γι’ αυτό η ρητορική της σκληραίνει και τη βλέπουμε να συσπειρώνεται ακόμα πιο έντονα γύρω από ένα νέο πατρικό σημαίνον, όπως ο στρατός, η θρησκεία, το έθνος, απαιτώντας καθαρές ταυτότητες, τάξη και πειθαρχία. Ως ψυχικό σχήμα είναι εξάλλου αμυντική: υπερασπίζεται το δικαίωμά της να μην αλλάξει, δεδομένου πως βιώνει την ελληνική πραγματικότητα διαχρονικά ως κάτι το ασταθές. Γι’ αυτό και αναζητά σωτηρία σε σταθερές που βάζουν τάξη στο χάος: η θρησκεία, η παράδοση, η σημαία, η πυρηνική οικογένεια, ο νόμος, το έθνος.

Το «ανήκειν» εξισώνεται με το «υπάρχειν». Αλλωστε η ελληνική Δεξιά θεμελιώθηκε στην πατρική εξουσία του Στρατού, του Θρόνου, του Θεού και του Τζακιού. Γι’ αυτό και επιμένει διαχρονικά να εμπιστεύεται πρόσωπα και όχι θεσμούς, συγγένειες και όχι κοινωνικά συμβόλαια.

Σήμερα επιθυμεί ωστόσο να είναι ταυτόχρονα ορθόδοξη και ευρωπαϊκή, λαϊκή και τεχνοκρατική, κοινοτική και ατομοκεντρική, παραδοσιακή και νεωτερική, με αποτέλεσμα να είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φαντασιακά: το σώμα της παράδοσης και τον λόγο της αγοράς. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπερασπίζεται το παρελθόν αλλά μια φαντασιακή τάξη πραγμάτων, έναν μύθο κοινωνικής ομοιογένειας που ποτέ δεν υπήρξε, καθώς η χώρα μας ταλαντευόταν πάντοτε ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, στο μοντέρνο και το αρχαϊκό. Παράλληλα ενσαρκώνει την κουλτούρα της μικροϊδιοκτησίας και των περιφράξεων: μια πολιτική προστασίας και αποκλεισμού. Η πολιτική του περιφραγμένου χώρου ορίζει την ασφάλεια. Ο ξένος -ο πρόσφυγας, ο διαφορετικός- βιώνεται ως απειλή. Ετσι η Δεξιά υπερασπίζεται τα όρια, όχι μόνο του έθνους, αλλά και του Εγώ. Διότι το δεξιό πολιτικό υποκείμενο δεν έχει εκπαιδευτεί στην ελευθερία αλλά στη σταθερότητα. Στο δεξιό φαντασιακό, το παρελθόν είναι πάντα η εποχή της τάξης και της ενότητας.

Η ψυχική οικονομία της Δεξιάς έχει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία: οι Ελληνες ανήκουν σε ένα ένδοξο και ευλογημένο αλλά αδικημένο σύνολο. Κάτω από τη ρητορική αυτοπεποίθηση και το σύνθημα «εμείς οι νοικοκυραίοι», υπάρχει μια υπαρξιακή αβεβαιότητα: στον ψυχισμό του δεξιού πολίτη, η παράδοση, η πίστη και το έθνος δεν λειτουργούν ως πολιτικά προγράμματα, αλλά ως συμβολικές άγκυρες που συγκρατούν το υποκείμενο από τον κατακερματισμό. Η ελληνική Δεξιά θα μπορούσε να ιδωθεί συνεπώς ως πολιτισμικό σύμπτωμα μιας βαθύτερης αγωνίας: της ανάγκης να επιβεβαιωθεί ότι ο κόσμος, παρά τη ρευστότητά του, παραμένει ακόμη ελέγξιμος. Πίσω από την εμμονή στη σταθερότητα κρύβεται η αγωνία μιας κοινωνίας που δεν έχει συμφιλιωθεί με τη νεωτερικότητα. Υπηρετεί την πολιτική του ανήκειν και της νοσταλγίας ως άμυνα απέναντι στο άγχος της ελευθερίας. Το πολιτικό υποκείμενο της Δεξιάς αντλεί ασφάλεια από τον Νόμο, ακόμη κι αν τον μισεί.

Ετσι η Δεξιά δεσμεύεται πως θα προστατεύσει το υποκείμενο από την αβεβαιότητα μέσα από πειθαρχικούς μηχανισμούς ελέγχου που νομιμοποιούν την άρνηση της ενηλικίωσης αφού υπόσχονται φροντίδα με αντάλλαγμα υπακοή, όπως κάνουν οι γονείς στα παιδιά. Ποιος το θέλει αυτό; Προφανώς όσοι έχουν «βολευτεί» στις καθηλώσεις τους και δεν αντέχουν να ενηλικιωθούν. Διότι η ελευθερία δεν προσφέρει εγγυήσεις, προσφέρει ευθύνη. Η απάντηση μοιάζει να βρίσκεται στο ρητορικό ερώτημα που θέτει ο ίδιος ο Φ. Γκρο, ο σπουδαιότερος επιμελητής των έργων του Μισέλ Φουκό, στο βιβλίο του «Η αρχή της Ασφάλειας»: «Αν το αίτημα για ασφάλεια δεν περιοριστεί στην παιδική ηλικία; Δεν θα μπορούσε τότε να αποτελέσει τον μοχλό μιας πολιτικής νταντέματος; Και το κράτος δεν θα επιδίωκε να αναλάβει τη λειτουργία της προστασίας των ατόμων;».

Η πολιτική νταντέματος είναι η άλλη όψη της τιμωρητικής πολιτικής. Και οι δυο πολιτικές -παραδοσιακά δεξιές- που βρίσκονται σε έξαρση στη σκιά της μεγάλης επιστροφής απευθύνονται κατ’ εξοχήν σε ενήλικες καθηλωμένους στην παιδική ηλικία. Το αντικείμενο όμως της πολιτικής -γράφει ο Καστοριάδης- είναι η ελευθερία και η αυτονομία, και αυτό είναι δυνατό μόνο μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο επιτρέπει την ελευθερία και την αυτονομία.