Στις αρχές της χιλιετίας, ο Οσκαρ Λαφοντέν, μια από τις πιο χαρισματικές προσωπικότητες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, αποχώρησε από το μεγάλο γερμανικό κόμμα και μετέφερε το πολιτικό του κεφάλαιο σε ένα καινούργιο κομματικό σχήμα, απέναντι στο κόμμα που ο ίδιος ανέδειξε. Αυτό είναι ένα γνώριμο φαινόμενο στην ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Σήμερα, η πιθανή ίδρυση νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα πυροδοτεί μια σειρά σκέψεων και ερωτημάτων γύρω από την ψυχική διάσταση της ίδρυσης ενός κόμματος – τόσο από τη σκοπιά του ηγέτη όσο και από τη σκοπιά της συλλογικότητας;
Η ίδρυση ενός νέου κόμματος δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτικό γεγονός. Συνομιλεί πρωτίστως με τη φαντασίωση μιας νέας καθαρής αρχής απαλλαγμένης από τα τραύματα του παρελθόντος ή με έναν μηχανισμό άρνησης, δηλαδή «δεν αποτύχαμε, απλώς πρέπει να ξαναγεννηθούμε». Ενα νέο κόμμα αναδύεται δηλαδή από τις ρωγμές του κοινωνικού φαντασιακού, από τα ανικανοποίητα αιτήματα που αναζητούν θεσμική υπόσταση.
Κατά πόσο η γένεση ενός νέου κόμματος στην Αριστερά θα καταφέρει να λειτουργήσει σαν ψυχολογική κάθαρση και σαν αναβίωση μιας συλλογικής φαντασίωσης; Ο Τσίπρας, όπως ο Λαφοντέν στη Γερμανία, ξεκινά με το πλεονέκτημα του ηγετικού «brand»: αυτό σημαίνει πως και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ηγέτες που έχουν προσωπική αναγνωσιμότητα και ξεπερνούν τα όρια του κόμματός τους.
Το ερώτημα είναι συνεπώς κατά πόσο ένας ηγέτης μπορεί να συγκροτήσει σαφή πολιτική ταυτότητα και να καταφέρει να αναβιώσει το αίσθημα της ελπίδας και της πίστης σε μια πληγωμένη ομάδα, δίχως να απελευθερώσει εντάσεις και χωρίς να πυροδοτήσει την επανάληψη του τραύματος της διάσπασης.
Η γερμανική εμπειρία δείχνει ότι η μακροπρόθεσμη επιβίωση ενός τέτοιου κόμματος δεν εξαρτάται μόνο από το πρόσωπο του ηγέτη, αλλά και από τη δυνατότητα να συγκροτήσει σταθερές συμμαχίες, οργανωτική βάση και σαφές ιδεολογικό στίγμα. Αν το νέο κόμμα δεν καταφέρει να καλλιεργήσει συλλογικότητα αντί για προσωπολατρία και να δημιουργήσει νέες σημασίες που εμπνέουν την ομάδα, τότε η «καινοτομία» του θα αποδειχθεί ψευδής, δεδομένου πως η κοινωνία θεσμίζει τον εαυτό της μέσω φαντασιακών σημασιών, φράση δανεική από τον Κορνήλιο Καστοριάδη.
Ενα αριστερό κόμμα συγκροτείται, για παράδειγμα, γύρω από τις σημασίες της ισότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μέσα από αυτές, η ομάδα αποκτά ψυχική ενότητα και εμπειρία συλλογικής αναγνώρισης, ενώ το άτομο βρίσκει μέσα στη συλλογικότητα μια νέα «ψυχική οικονομία».
Για την ομάδα συνεπώς το νέο κόμμα αποτελεί πρωτίστως διαδικασία συγκρότησης ταυτότητας. Την ίδια στιγμή για τον ηγέτη η ίδρυση του κόμματος λειτουργεί ως προσωπική δικαίωση ή και επιβεβαίωση. Το «εγώ» ταυτίζεται με ένα «εμείς» και αντλεί νομιμοποίηση από αυτό. Στις ομάδες –γράφει ο Φρόιντ– το κάθε μέλος προβάλλει πάνω στον ηγέτη το Ιδεώδες του Εγώ και ταυτίζεται με αυτόν. Οταν το αντικείμενο της ταύτισης είναι κοινό, δημιουργείται η βάση για διεγωτική ταύτιση μεταξύ των ατόμων. Τα μέλη της ομάδας συνενώνονται και μπαίνουν το θεμέλιο του ομαδικού δεσμού και η βάση της συλλογικής εμπειρίας. Το κόμμα γίνεται συνεπώς ένας φορέας που νομιμοποιεί την προσωπική φωνή του ηγέτη, μετατρέποντάς τη σε φορέα συλλογικού οράματος. Ο ηγέτης γίνεται, με όρους του Ερνέστο Λακλάου, «κομβικό σημείο» (nodal point) που οργανώνει και συσπειρώνει ετερογενή αιτήματα σε μια νέα αλυσίδα νοήματος.
Η ομάδα, ιδίως η αριστερή, συχνά προβάλλει στον ηγέτη πατρικές ή μητρικές φιγούρες. Οπως έχουμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο, η φαντασίωση ενός ισχυρού πατέρα που θα δείξει τον δρόμο μοιάζει να είναι πυρηνική για το αριστερό πολιτικό υποκείμενο του ασυνειδήτου. Ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζει να ενσάρκωσε τον καλό Πατέρα-Αδελφό που καταργούσε την αυστηρότητα του καθοδηγητή. Το πρόσωπό του έγινε το σύμβολο της δυνατότητας ρήξης με το κατεστημένο. Κι έπειτα ήρθαν η απομάγευση, η διάσπαση, το νέο τραύμα.
Η διάψευση της συλλογικής φαντασίωσης τότε δεν βοήθησε στην πολιτική ενηλικίωση της αριστερής οικογένειας.
Αν ιδρύσει τώρα νέο κόμμα, ίσως καταφέρει να εμφανιστεί σαν ο «πατέρας που επιστρέφει» για να αποκαταστήσει την οικογένεια έπειτα από κρίση. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να προηγηθούν κατάδυση στα σκοτάδια της πολιτικής οικογένειας, αναγνώριση των μηχανισμών που τη διέπουν και επεξεργασία των τραυμάτων της. Τότε ίσως επανεφεύρει έναν πατέρα – που θα εγγυηθεί μια Γραμμή και έναν Λόγο, έναν πατέρα με τη λακανική έννοια, που θα έχει δηλαδή τη συμβολική λειτουργία. Και τότε, ναι, ίσως η νέα πολιτική πρόταση να καταφέρει να λειτουργήσει ως μια μορφή «ψυχικής αναγέννησης». Διαφορετικά, το ανεπεξέργαστο τραύμα θα επιστρέψει με νέα μορφή και η αριστερή πολιτική οικογένεια, η οποία δεν θα έχει μετεξελίξει την εφηβική της στάση απέναντι στην εξουσία, θα οδηγηθεί αργά ή γρήγορα στην επανάληψη των ίδιων μοτίβων…
