Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από μια εβδομάδα στη Μεσσηνία ένας 61χρονος που έπασχε από σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα άρπαξε το ψαλίδι και σκότωσε εν ψυχρώ τους γονείς του, ανοίγοντας τον διάλογο γύρω από την πρόληψη για την ψύχωση και την φροντίδα που λαμβάνουν τα ψυχωσικά άτομα. Μερικές ημέρες νωρίτερα η ομολογία της Ειρήνης Μουρτζούκου για τη δολοφονία τεσσάρων παιδιών, μεταξύ των οποίων και των δυο δικών της – πυροδότησε έναν αναστοχασμό στη σχέση των πρώιμων τραυμάτων με την εγκληματική δράση. Παράλληλα τα ελληνικά μίντια –στην πλειονότητάς τους– έκαναν και στις δυο περιπτώσεις το μόνο που γνωρίζουν: είτε υιοθέτησαν ένα πλαίσιο στιγματισμού σε σχέση με την ψυχική ασθένεια, συνδέοντάς τη με βίαιη εγκληματική συμπεριφορά, είτε ένα υπερβολικά βαρύγδουπο πλαίσιο για να αυξήσουν το κοινό τους. Υπήρξε και μια τρίτη τάση –δήθεν προοδευτική– που επιμένει να αποσυνδέει πλήρως την ψυχική νόσο από μια εγκληματική συμπεριφορά και μιλά για ανθρώπους τέρατα. Οι άνθρωποι που εγκληματούν ωστόσο δεν πέφτουν από κάποιον κακό ουρανό.

Πώς όμως «κυοφορήθηκαν» τα άτομα με τα τόσο βίαια περάσματα στην πράξη, πώς φροντίστηκαν στην πορεία της ζωής τους; Ανιχνεύτηκαν ποτέ σημάδια κακοποίησης στο περιβάλλον τους, παρενέβησαν ποτέ οι κοινωνικές υπηρεσίες για να απομακρύνουν κάποιο ευάλωτο μέλος από την οικογένεια, υπήρξε ψυχιατρική φροντίδα του πάσχοντος ή υποστήριξη των οικείων του; Γνωρίζουμε καλά πως τα ανεξέλεγκτα ένστικτα ή οι συμπεριφορές παραμέλησης ή βίας που εμφανίζει κάποιος ενήλικας σχετίζονται με κάποιο πρώιμο τραύμα του. Ο στόχος, λοιπόν, δεν είναι να μιλήσουμε μόνο για ανθρώπους «τέρατα».

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ευθύνη της πολιτείας στον φαύλο κύκλο βίας που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα μέσα στα σπίτια της ελληνικής κοινωνίας

Το στοίχημα είναι να προετοιμαστούμε ως κοινωνία να αναγνωρίζουμε τις σκοτεινές πλευρές του ψυχισμού μας, να μη φοβόμαστε να τις ονομάσουμε ως τέτοιες, πέφτοντας θύματα των ίδιων των ταμπού μας και να επενδύουμε σε υπηρεσίες ικανές να ανιχνεύσουν εγκαίρως τις ψυχολογικές ή ψυχιατρικές δυσκολίες. Η πρόκληση είναι να δούμε το τέρας και το έγκλημά του μέσα στην κοινωνική του πραγματικότητα.

Οταν ο Φελίξ Γκουαταρί, ο Γάλλος ψυχίατρος και φιλόσοφος, επισκέφτηκε το Δαφνί πριν από μερικές δεκαετίες, διαπίστωσε ένα αναχρονιστικό σύστημα ψυχιατρικής περίθαλψης, όπου κυριαρχούσε η αντίληψη της κοινωνικής επικινδυνότητας του ψυχικά πάσχοντος.

Ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, στα ελληνικά ψυχιατρεία επικρατούν κατασταλτικές πρακτικές, ενώ η χώρα μας έχει έναν από τους υψηλότερους αριθμούς ακούσιων νοσηλειών στην Ευρώπη, γεγονός που σημαίνει πως οι οικογένειες των νοσούντων δεν υποστηρίζονται από την κοινότητα, με αποτέλεσμα, όταν ανακύπτει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας να αναγκάζονται να καταφύγουν στον εισαγγελέα.

Ο ίδιος ο Φρόιντ είχε δώσει σημασία στην κοινωνική διάσταση των ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων, πριν από έναν αιώνα, σημειώνοντας ότι το ψυχικό είναι και κοινωνικό και το αντίστροφο.

Είναι σε θέση σήμερα οι κοινωνικές υπηρεσίες της χώρας να διορθώσουν το όποιο «κακό» και έπειτα να υπάρξει ένα είδος επανόρθωσης και ένταξης αυτών των ατόμων μέσα από κοινοτική φροντίδα; Ποιος προστάτεψε τα παιδιά, την Ειρήνη από τη μητέρα της, μια γυναίκα τουλάχιστον ψυχικά αποσυρμένη από την κόρη της; Πού ήταν το κράτος για να διερευνήσει τη δική της ακαταλληλότητα προτού η Ειρήνη Μουρτζούκου γίνει κατά συρροή δολοφόνος; Τα παραπάνω δεν σημαίνουν απαραίτητα πως όλα τα κακοποιημένα πλάσματα καταλήγουν κακοποιητές. Ωστόσο, αρκετά συχνά η κακοποίηση ή η κακοποιητική παραμέληση αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο βίας, εάν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση, φροντίδα ή επανορθωτική εμπειρία.

Είναι αυτονόητο πως ο στόχος μας δεν είναι η σύνδεση της ψυχικής νόσου με την εγκληματική συμπεριφορά, ούτε η καλλιέργεια της εικόνας της επικινδυνότητας για τον ψυχικά ασθενή ή η συσχέτιση της ψυχικής ασθένειας με κάτι σκοτεινό. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε την ευθύνη της πολιτείας στον φαύλο κύκλο βίας που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα μέσα στα σπίτια της ελληνικής κοινωνίας.

Αν η πολιτεία είχε εντοπίσει και παρέμβει στο νοσηρό οικογενειακό πλαίσιο που μεγάλωναν αυτά τα παιδιά είναι πολύ πιθανόν να είχαν αποφευχθεί προφανώς αρκετές ανθρωποκτονίες. Γνωρίζουμε πως όταν ο ψυχωσικός φροντιστεί ολιστικά, δεν θα είναι επικίνδυνος ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους.

Ο παρανοϊκός έχει την παραληρηματική βεβαιότητα ότι ο «κακός Αλλος» τον στοχεύει με τη σημασία που του αποδίδει, όπως αναφέρει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Η ίδια η φύση της παράνοιας συνίσταται πράγματι στο να θέτουμε τον εγγύτερο Αλλο ως εχθρό. Ο ψυχωτικός νιώθει δηλαδή στόχος του «κακού Αλλου». Από τη στιγμή που ο άλλος καθίσταται διώκτης, τότε γεννάται για το παρανοϊκό άτομο η αμυντική ανάγκη προστασίας του, καθώς γεννάται η ανάγκη διατήρησης της φαντασιακής του ταυτότητας με κάθε κόστος. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια επιθετική πράξη, είτε προς τον εαυτό είτε προς τους άλλους, δηλαδή, από την αυτοχειρία μέχρι τη δολοφονία.

Πώς μπορεί να αποφευχθεί αυτή η αυτοκαταστροφικότητα ή ετεροκαταστροφικότητα, αν δεν υπάρχει έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση, αν δεν συνδυαστεί η φαρμακευτική αγωγή με την ψυχοθεραπεία και την κοινοτική φροντίδα; Πώς μπορεί να υπάρξει «πατρίδα» για τους ψυχικά ασθενείς, για τις οικογένειές τους και ιδίως για τα ανυπεράσπιστα μέλη τους;

Οφείλουμε ως άτομα, ως κοινωνία και ως πολιτεία να απεγκλωβιστούμε στον κυρίαρχο λόγο που υποτάσσει τα άτομα με ψυχική νόσο σε άνισες σχέσεις εξουσίας επενεργώντας στην ταυτότητά τους και νομιμοποιώντας την προκατάληψη και τον αποκλεισμό του. Το πρόβλημα εξάλλου δεν ήταν ποτέ η τρέλα καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προλαμβάνεται και φροντίζεται καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται τα στερεότυπα στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις –αναπαραγωγή που επηρεάζει σε βάθος χρόνου τις πολιτικές που χαράζονται. Ο άνθρωπος της τρέλας –όπως γράφει ο Ζιλ Ντελέζ– αντηχεί δηλαδή τις κοινωνικές κανονικότητες.