Ο γνωστός δημοσιογράφος Αντόνιο Φεράρι κατάφερε να κατακτήσει το ιταλικό αναγνωστικό κοινό με το βιβλίο του «Il Segreto» (Το Μυστικό), αφιερωμένο στην απαγωγή και τη δολοφονία του Χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Αλντο Μόρο.
Μια πετυχημένη μείξη μυθιστορηματικής και δημοσιογραφικής προσέγγισης, η οποία μας δείχνει ότι η πολυσύνθετη και μυστηριώδης αυτή ιστορία δεν είναι τόσο απλή όσο κάποιοι θα ήθελαν να την παρουσιάσουν.
Ο Φεράρι μάς λέει ότι πιθανώς κάποια μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών χρησιμοποιήθηκαν από πανίσχυρες μυστικές υπηρεσίες της εποχής με έναν κύριο στόχο: να αποφευχθεί η συμφωνία, ο συμβιβασμός της ιταλικής Χριστιανικής Δημοκρατίας με το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Ενας συμβιβασμός που, σύμφωνα με ορισμένες κυβερνήσεις της Δύσης, θα μπορούσε να καταστήσει την κυβέρνηση της Ρώμης λιγότερο «ελεγχόμενη».
Στην Ιταλία το βιβλίο εκδόθηκε από τον οίκο Chiarelettere και ο αρθρογράφος και απεσταλμένος της Corriere della Sera το παρουσίασε, με εντυπωσιακή συμμετοχή αναγνωστών, σε δεκάδες πόλεις της χώρας. Τώρα «Το Μυστικό» κυκλοφορεί και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση του Δημήτρη Μαμαλούκα.
Στην πραγματικότητα το αποκαλυπτικό αυτό βιβλίο είχε γραφτεί από το 1981 αλλά έμεινε αναγκαστικά «στο συρτάρι», διότι το θέμα που πραγματεύεται ήταν ένα από τα ισχυρότερα ταμπού, από τα εκ των πραγμάτων απόρρητα της ιταλικής σύγχρονης Ιστορίας.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, ξαναθυμόμαστε ότι η πλειονότητα των «στελεχών» των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήθελε να αφήσει ελεύθερο τον Μόρο, αλλά τελικά υπερίσχυσε μια σκληρή, ολιγομελής ομάδα. Και ότι ακόμη και οι κρατικοί θεσμοί μάλλον δεν έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σώσουν τη ζωή του πολιτικού αυτού ηγέτη και καθηγητή Πανεπιστημίου με καταγωγή από το Λέτσε της Κάτω Ιταλίας.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στη Ρώμη επί δεκαετίες κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα η φράση «ο Μόρο ζωντανός ήταν πιο επικίνδυνος από τον Μόρο νεκρό». Ισως επειδή όταν κανείς έχει περάσει από ακραίες εμπειρίες, έχει νιώσει τον θάνατο σε απόσταση αναπνοής και την τελευταία στιγμή έχει καταφέρει να σωθεί, δεν ενδιαφέρεται πια για κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις και αυτολογοκρισίες. Αλλά με τον Αλντο Μόρο αυτό δεν μπόρεσε να συμβεί.
