ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Ξυδάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλά ενδιαφέροντα ακούστηκαν στις «Ημέρες Παπαδιαμάντη» την περασμένη εβδομάδα στη Σκιάθο, με την επαινετή πρωτοβουλία του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη και του συνθέτη Γιώργου Ανδρέου και τη γενναιόδωρη υποστήριξη του περιφερειάρχη Θεσσαλίας, βιολόγου Δ. Κουρέτα. Στα χάι λάιτς, οι παραγγελίες σε δόκιμους συγγραφείς να γράψουν και να διαβάσουν διηγήματα εμπνευσμένα από τον Αλ. Παπαδιαμάντη και οι ανάλογες παραγγελίες σε νέους ποιητές από τη Σκιάθο. Αυτές οι παραγγελίες έδιναν και μια μερική απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα που ετέθη ενώπιον στρογγυλής τραπέζης: Οι νεότερες γενιές μπορούν να υπερβούν τον γλωσσικό φραγμό και να απολαύσουν το παπαδιαμαντικό έργο; Σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει εύκολη απάντηση· ίσως μάλιστα η πιθανότερη απάντηση είναι όχι.

Και δεν ευθύνεται μόνο η «δύσκολη», αρχαΐζουσα γλώσσα. Φαίνεται, οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται να αντιληφθούν και τον καθόλου κόσμο του Παπαδιαμάντη, την ανθρωπολογία, τις σχέσεις, τις τελετές, ακόμη και τη φύση. Μπορεί μόνη η διδασκαλία στο σχολείο, όσο καλή, να παραμερίσει τα εμπόδια για την εμβάπτιση στο μεγαλείο του έργου; Εκπαιδευτικοί, συγγραφείς και θεωρητικοί δεν μπόρεσαν να βρουν μια ασφαλή οδό.

Πρότυπο τέχνης ή υπόδειγμα ζωής;

Κι εδώ εφάπτεται το άλλο ερώτημα που ετέθη: Το έργο του Παπαδιαμάντη αποτελεί πρότυπο τέχνης ή υπόδειγμα ζωής; Ενα τόσο σύνθετο έργο δίνει στήριγμα σε πολλές και σύνθετες απαντήσεις. Πολύ περισσότερο, που στην παπαδιαμαντολογία συχνά συμφύρονται η βιογραφία του συγγραφέα και το έργο του· η ανορθόδοξη βιογραφία, οι θρύλοι και τα συμβάντα περί τη ζωή και την οριακά αγοραφοβική συμπεριφορά του, και μαζί η δηλωμένη χριστιανική του πίστη, η ψυχογραφία, η φυσιολατρία, ο παγανισμός, ο ερωτισμός, στο μοναδικής πρωτοτυπίας έργο.

Κατά την κατατεθείσα ταπεινή μου γνώμη, αν ήταν δυνατόν να παραμερίσουμε την ακαταμάχητη γοητεία της φόρμας, σε όσους Ελληνες έχουν μια γεύση της ζωής έτσι όπως την ιστορεί ο Παπαδιαμάντης, το έργο τους μιλά για τη ζωή τους· τους βοηθά να μετουσιώσουν την εμπειρία σε υπαρξιακό βίωμα, σε ταυτότητα. Αυτό το στοιχείο βέβαια αφορά πια ανθρώπους μιας ηλικίας, που όχι μόνο κατέχουν το γλωσσικό όργανο, αλλά προπάντων πρόλαβαν τον υπαίθριο βίο και τη λαϊκή ζωή, και μια αδιαμεσολάβητη σχέση με τη φύση, έτσι όπως υψώνονται στο παπαδιαμαντικό έργο, σε φως και σκοτάδια.

Γι’ αυτό σημειώνω ως μερική απάντηση στο ερώτημα της διάρκειας το ότι συγγραφείς άνω ή κάτω της μέσης ηλικίας συνομιλούν με το έργο του, ότι νεότατα παιδιά τον πρωταγγίζουν και συγκινούνται.

Υπέρ ανωνύμων

Η άλλη διαρκής επιρροή του έργου, πέραν της πεπερασμένης εμπειρικής επαφής, είναι νομίζω ο πυρήνας της θεματικής του: οι άνθρωποι, οι φωνές και τα πάθη τους. Ο,τι του καταλογίστηκε παλαιότερα ως μειονέκτημα, η «ηθογραφία», είναι η δύναμη του, μάλιστα αυξανόμενη όλο και περισσότερο. Ο Παπαδιαμάντης δίνει φωνή στους σιωπηλούς, στους ανώνυμους, στους από κάτω· δεν τους προσεγγίζει μόνο με συμπάθεια και βαθιά κατανόηση, αλλά μιλά σαν κι αυτούς, νιώθει σαν κι αυτούς· δεν τους κρίνει, δεν τους κατακρίνει, δεν προσπαθεί να φρονηματίσει και να λειάνει. Τους παραδίδει ακέραιους, με αδυναμίες και μεγαλείο, με ασίγαστους καημούς και πτώσεις, ανθρώπους λυγισμένους απ’ τη ζωή («Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει»).

Μαστιγωτής της κυρίαρχης τάξης, ανελέητος με την τοκογλυφία που υποδουλώνει τους ξωμάχους και τους βαρκάρηδες, ο Παπαδιαμάντης γράφει εν ταυτώ τη λογοτεχνία και την ιστορία των ταπεινών του καιρού του και υποδειγματικά των ταπεινών παντός καιρού – όπως ο Ε. Π. Τόμπσον έδωσε ιστορική φωνή στην εργατική τάξη της Βρετανίας, λέγοντάς μας ότι δεν υπάρχει μόνο η ιστορία και ο πολιτισμός των κυρίαρχων· όπως ο Χέιντεν Γουάιτ μάς είπε ότι ιστορία και λογοτεχνία μοιράζονται ίδια εργαλεία, ότι η γραφή είναι ένα συνεχές από την επιστήμη στην τέχνη.

Η χιών και το παράθυρο

Εντελώς μοντέρνος, λοιπόν. Κι όχι επειδή τον διαβάζουμε με τα γυαλιά του ύστερου 20ού και του 21ου αιώνα. Αλλά επειδή το βλέμμα του, η γραφή του, η πρόζα του έρχονται από βαθιά στην παράδοση και εκβάλλουν διαρκώς στον καιρό μας, από τον σκιαθίτικο μικρόκοσμο στην οικουμένη. Να, όπως όταν η «χιών σινδών» φέρνει τον ήσυχο θάνατο, στο «Ερωτας στα χιόνια», ίδιο το χιόνι στους «Νεκρούς» (ή Νεκρό) του Τζέιμς Τζόις «πέφτει ανάλαφρα πάνω στο σύμπαν, πέφτει ανάλαφρα σαν ερχομός του τελειωτικού τους τέλους, πάνω σε όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς…». Οπως πολλά χρόνια αργότερα ο λαϊκός στιχουργός θα ξανάχτιζε τον νταλκά του χιονοσκεπασμένου μπαρμπα-Γιαννιού, στην καντάδα-λιντ: «Το παράθυρο κλεισμένο, σφαλισμένο, σκοτεινό, για ποιο λόγο δεν τ’ ανοίγεις πεισματάρα, να σε ιδώ;»

Τέχνη που αποτυπώνει τη ζωή, για να τη φανερώσει υπέρτερη και πολύτροπη.