Κάποτε είδα έναν γείτονα να περπατάει «θυμωμένα» με τον σκύλο του. Μου έκανε εντύπωση που, αντίθετα με τις άλλες φορές που τον έβλεπα χαλαρό, να διασκεδάζει τη βόλτα με το φιλαράκι του, τη φορά εκείνη περπατούσε γρήγορα, σέρνοντας σχεδόν τον σκύλο του – δεν σταματούσε ακόμα κι όταν αυτός ήθελε να «ψεκάσει». Γι’ αυτό και περιέγραψα σαν «θυμωμένο» το περπάτημά του.
Χαιρετιστήκαμε, ως συνήθως, και τον ρώτησα «για πού έτσι γρήγορα;». «Τον πάω για ευθανασία», μου είχε πει. Και συνέχισε να περπατάει. «Γιατί;» τον ρώτησα ενώ απομακρυνόταν. «Με δάγκωσε το βρομόσκυλο», είπε, χωρίς να σταματήσει καθόλου. Φαινόταν πως δεν είχε διάθεση για κουβέντα. Ηταν έξω φρενών και αποφασισμένος. Ακούς εκεί, να τον δαγκώσει ο σκύλος του…
Γράφω αυτό το κείμενο με δυσκολία, καθότι το δεξί μου χέρι -με το οποίο γράφω- είναι μπανταρισμένο: έχει μια γερή πληγή που μου προκάλεσε ο Ταρζανάκος μου, χωρίς να φταίει ο καημένος όμως. Τον είχα δέσει σε μια αλυσίδα, περίπου δύο μέτρα μακριά, για να μπορέσω να χτενίσω την Αλλοπάρ και την Κάρμεν χωρίς αυτός να με εμποδίζει ζητώντας χάδια. Δυστυχώς μπλέχτηκε άσχημα με την αλυσίδα σαν λουκάνικο κι άρχισε να κλαίει με φοβερές τσιρίδες. Πήγα κοντά του να τον ξεμπλέξω κι αυτός, μέσα στην αγωνία του, μου «πήρε» το χέρι. Δεν το δάγκωσε, αλλά κουνώντας γρήγορα το κεφάλι του, με βρήκε ένας κυνόδοντας αρκετά βαθιά.
Με το αίμα να τρέχει, κατάφερα να τον λύσω και πήγα γραμμή στο φαρμακείο να μου περιποιηθούν το τραύμα. Φυσικά δεν το πήρα… προσωπικά. Ο Ταρζανάκος δεν είναι αγριόσκυλο ούτε κακού χαρακτήρα. Ενας τρυφερός παιδοβούβαλος είναι, λίγο αμπλαούμπλας και θέλει λίγη προσοχή. Επρεπε να καταλάβω ότι βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση και, έτσι, να τον πλησιάσω πολύ προσεκτικά. Δεν το έκανα, άρα το φταίξιμο ήταν δικό μου.
Υπάρχουν πράγματι φορές που ο σκύλος, ακόμα και ο πιο γλυκός και αφοσιωμένος, μπορεί να δαγκώσει τον δικό του. Είναι όταν βρίσκεται σε κατάσταση άγχους -λόγω καβγά, π.χ.-, όταν ζευγαρώνει, όταν είναι παγιδευμένος, όταν τρώει κ.λπ. Ακόμα κι όταν γαβγίζει κάποιον που περνάει έξω απ’ το σπίτι, άνθρωπο ή σκύλο. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται μεγάλη, πολύ μεγάλη προσοχή. Και πάντως, να καταλαβαίνουμε ότι ο σκύλος μας δεν έχει τίποτα εναντίον μας -αντίθετα μας αγαπάει-, απλώς βρίσκεται σε μεγάλη ταραχή εκείνη τη στιγμή.
Στα 27 χρόνια που ζω με σκύλους και απ’ τους 15 σκύλους που παρέλασαν απ’ το σπίτι μου, στην Αθήνα και στον Μαραθώνα, μόνο ένας, ο Αρης, μου «άρπαξε» 2 φορές το χέρι, αλλά χωρίς να το δαγκώσει: και τις δύο φορές κοιμόταν, πήγα να τον χαϊδέψω, τρόμαξε, ξύπνησε απότομα -ποιος ξέρει τι όνειρο έβλεπε!- και «χραπ», μου βούτηξε το χέρι στα σαγόνια του. Γρήγορα συνήλθε, μου άφησε το χέρι και κούνησε την ουρά του, δίνοντάς μου το κεφάλι του να του το χαϊδέψω. Ναι, τρόμαξα, αλλά δεν τον παρεξήγησα: Ο Αρης ήταν ώς το τέλος του ο πιο αγαπημένος μου σκύλος.
Στο κάτω κάτω, κι εμείς βγαίνουμε κάποιες στιγμές εκτός εαυτού, οπότε κάνουμε πράγματα που ποτέ δεν θα κάναμε ήρεμοι και νηφάλιοι. Τότε ψάχνουμε για ελαφρυντικά, για «βρασμό ψυχής», ότι «μας έπνιξε το δίκιο» κ.λπ. Ε, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους σκύλους μας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν χρειάζεται θυμός και βιαστικές αποφάσεις αλλά κατανόηση.
ΥΓ. Κι ένα χάπι-εντ: ο θυμωμένος γείτονας, μέχρι να φτάσει με τα πόδια στο κτηνιατρείο… ξεθύμωσε. Και αποφάσισε να συγχωρήσει τον σκυλάκο του! Βλέπετε, πάντα η δεύτερη σκέψη είναι η πιο σωστή.
! Αντε πάλι: «Οι αρχές αναγκάστηκαν να εκκενώσουν χιλιάδες κατοίκους…» (Μέγκα, ειδήσεις των 8, Κυριακή 30 Νοεμβρίου). Θα το λέμε συνέχεια, μέχρι να πειστούν οι καλοί αυτοί συνάδελφοι να μιλήσουν σωστά ελληνικά – πού θα πάει; Λοιπόν: Οι άνθρωποι ΠΟΤΕ δεν εκκενώνονται. Αντίθετα, απομακρύνονται, απεγκλωβίζονται, μεταφέρονται (σε ασφαλή μέρη). Αυτά που εκκενώνονται είναι τα σπίτια, τα χωριά κι οι πόλεις, τα στάδια, τα λεωφορεία κ.λπ. Γιά να δούμε, θα το μάθουν καμιά φορά;
