Ακουγα (Πέμπτη πρωί, ραδιόφωνο ΣΚΑΪ) τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, κ. Σκυλακάκη, να λέει στον Αρη Πορτοσάλτε, που τον άκουγε ευλαβικά σιωπηλός: «Οι μισθοί δεν διατάσσονται, όπως λένε οι αριστεροί. Μπορεί να κάνουν όσες πορείες θέλουν, από εδώ ώς τη Γη του Πυρός, οι του ΚΚΕ, αλλά οι μισθοί θα αυξηθούν μόνο όταν έρθουν επενδύσεις…».
Θυμήθηκα, λοιπόν, τους τυπογράφους των εφημερίδων, πριν αυτές περάσουν στην ηλεκτρονική στοιχειοθέτηση και σελιδοποίηση. Το σωματείο τους, η ΕΤΥΠΤΑ, ήταν τόσο ισχυρό, που είχε επιβάλει στους εκδότες συγκεκριμένο αριθμό εργατών Τύπου -μαρμαράδες, λινοτύπες, μηχανικούς, διαλυτές- ανάλογα με τις σελίδες που έβγαζε η κάθε εφημερίδα. Και πολύ μεγάλους μισθούς στα μέλη του, προκλητικά μεγαλύτερους από τους μισθούς των δημοσιογράφων. Και όμως, οι εφημερίδες έφερναν τεράστια κέρδη στους εκδότες. Οι οποίοι όχι μόνο δεν παραπονιούνταν, αλλά βολεύονταν, διότι δεν ήταν εύκολο στον οποιονδήποτε να βγάλει μια εφημερίδα έχοντας να πληρώσει τέτοιους μισθούς.
Το 1975, κατακαλόκαιρο -κακή εποχή για να εκδοθεί νέα εφημερίδα- βγήκε η «Ελευθεροτυπία», με εκδότες τον Χρήστο Τεγόπουλο και τον Χρήστο Σιαμαντά, μέχρι τότε εκδότες βιβλίων και εγκυκλοπαιδειών. Η επένδυση που έκαναν ήταν αστεία -από 5 εκατ. δραχμές ο καθένας τους. Νοίκιασαν τα παλιά γραφεία του «Εθνους» (Κολοκοτρώνη 8), κάτω από τα οποία υπήρχε το τυπογραφείο και το πιεστηριάκι του. Πήραν, όμως, καλούς τυπογράφους και πολλούς καλούς και γνωστούς δημοσιογράφους, που διέπρεπαν σε άλλες εφημερίδες. Πώς τους φέρανε στην «Ελευθεροτυπία»; Με τεράστιους για την εποχή μισθούς. Και με την υπόσχεση ότι κάθε χρόνο θα μοίραζαν στους συντάκτες το 80% των πιθανών κερδών που θα προέκυπταν!
Καθώς πρόβλεπαν ότι το αναγνωστικό κοινό ήθελε κάτι το καλό και καινούργιο, πόνταραν στο έμψυχο «υλικό» και δικαιώθηκαν. Μέσα στον πρώτο κιόλας μήνα από τη μέρα που κυκλοφόρησε, η «Ελευθεροτυπία» ανέβηκε στη δεύτερη θέση, αμέσως μετά τα «Νέα» που μόνο λόγω των Μικρών Αγγελιών τους κρατούσαν την πρώτη. Οι άλλες εφημερίδες, βλέποντας να καταποντίζονται, έδωσαν κι αυτές μικρές αυξήσεις, αλλά η κατάσταση δεν άλλαξε.
Η «Ελευθεροτυπία» εδραιώθηκε, έβγαλε και την «Κυριακάτικη» -άλλη πρωτοπορία αυτή-, πήγε σε καινούργια γραφεία, έχτισε και δικό της μέγαρο, με σύγχρονα τυπογραφεία. Και όλ’ αυτά διότι έδωσε κίνητρα στους εργαζόμενους, ξέροντας ότι το μισθολογικό είναι το μικρότερο κόστος για μια μεγάλη εταιρεία.
Ας μάθει, λοιπόν, ο κύριος υπουργός ότι οι ευχαριστημένοι και καλοπληρωμένοι εργαζόμενοι είναι αυτοί που θα πάνε την επιχείρηση μπροστά. Και ότι, αντίθετα, οι συνεχείς αλλαγές των φορολογικών κανόνων και των εργασιακών σχέσεων είναι αυτές που την εμποδίζουν να αναπτυχθεί. Θα μπορούσε να του τα μάθει ο υπουργός Εργασίας, κ. Χατζηδάκης, αλλά αυτός δεν έχει εργαστεί ποτέ και δεν τα ξέρει…
*Πάλι τα κατάφερε και με συγκίνησε η Αλλοπάρ, θυμίζοντάς μου τη «γέννηση» της αγαπημένης μου «Ελευθεροτυπίας». Αλλά νομίζω ότι καλά έκανε. Ηταν ένα ωραίο μάθημα για επίδοξους επιχειρηματίες.
