Ο Κωστής γύριζε από το σχολείο. Ακόμα δεν ήξερε αν τη Δευτέρα θα ξαναπήγαινε στην τάξη του ή, αντίθετα, θα κλεινόταν πάλι μέσα για μάθημα από τον υπολογιστή. Ισως οι γονείς του ήξεραν κάτι περισσότερο και ήθελε να πιστεύει ότι δεν θα κλεινόταν πάλι σε τέσσερις τοίχους.
Μ’ αυτές τις σκέψεις να απασχολούν το μυαλό του, δεν πρόσεξε το άσπρο σκυλάκι που τον είχε πάρει από πίσω. Και που, μόλις άνοιξε η καγκελόπορτα του σπιτιού, χώθηκε μέσα στην αυλή, βρήκε μια γωνιά και άραξε.
Τα ‘χασε ο Κωστής. Χτύπησε το κουδούνι και είπε στη μητέρα του τα καθέκαστα: «Δεν το είδα και μπήκε σαν σφαίρα. Τι να κάνω;». Σε χρόνο-μηδέν ήρθαν ενισχύσεις. Πρώτη, σαν σίφουνας, κατέβηκε η αδελφή του η Κατερίνα, 13 χρόνων, και από πίσω κι η μητέρα του. Το ανέβασαν στο σπίτι. Κι αυτό βρήκε μια νέα γωνιά και κούρνιασε, αφήνοντας να το χαϊδεύουν όλοι εκ περιτροπής.
«Τι θα το κάνουμε;», ρώτησε η Κατερίνα, με ύφος που άφηνε να εννοηθεί ότι κάθε άλλη απάντηση εκτός από τη «θα το κρατήσουμε» θα την απογοήτευε. «Θα το κρατήσουμε, λοιπόν», είπε η μητέρα της – και η καρδιά της μικρής πήγε στη θέση της. Το ίδιο απόγευμα το πήγαν στον γιατρό, που το βρήκε υγιέστατο.
Επέστρεψαν στο σπίτι, όπου του έκαναν ένα καλό μπάνιο, το στέγνωσαν και… άρχισαν να το χαϊδεύουν, ψάχνοντας για το όνομα που θα του έδιναν. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Ανοιξαν και είδαν μπροστά τους ένα αδρόγυνο μ’ ένα σκυλάκι στο λουρί.
Είχαν δει το σκυλάκι «τους» να μπαίνει στην αυλή πίσω από τον Κωστή. Και, λίγο αργότερα, είχαν δει και τη φωτογραφία του σε μια αφίσα στον τοίχο, ότι χάθηκε και το αναζητούν. Είχαν πάρει και το τηλέφωνο, μάλιστα, και τους το έδωσαν για να επικοινωνήσουν με τους κατόχους του.
Το επόμενο πρωί, οι άνθρωποι που είχαν χάσει το σκυλάκι πήγαν να το πάρουν. Μόλις άνοιξε η πόρτα, το ζωάκι, που μέχρι τότε καθόταν ήρεμο στον καναπέ, πετάχτηκε σαν ελατήριο, πήγε κοντά στους δικούς του βγάζοντας θριαμβευτικές κραυγές και κουνώντας ασταμάτητα την ουρά του.
Ο Κωστής, η Κατερίνα και η μητέρα τους δύσκολα έκρυβαν την απογοήτευσή τους από την εξέλιξη. Από την άλλη, πάλι, βλέποντας πως το πήραν στην αγκαλιά τους και το φιλούσαν οι δικοί του, όλη αυτή τη χαρά, ε, δεν μπόρεσαν, παραμέρισαν τη στεναχώρια τους και χάρηκαν κι αυτοί.
Σε λίγο οι ξένοι έφευγαν από το σπίτι έχοντας αγκαλιά το σκυλάκι. Λίγο πριν κλείσει πίσω τους η πόρτα, αυτό γύρισε το κεφαλάκι του προς το μέρος των παιδιών και της μαμάς τους και γάβγισε δύο φορές. Σαν να τους έλεγε «σας ευχαριστώ».
