Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αυτό το «εκατόμβη» που ακούμε συνεχώς, όποτε αναφερόμαστε στους χιλιάδες νεκρούς από την πανδημία, μάλλον είναι προβληματικό. Αφ’ ενός διότι, ως γνωστόν, εκατόμβη σημαίνει τη θυσία 100 βοδιών, μια θυσία που οι αρχαίοι Ελληνες έκαναν στους θεούς τους σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Και αφ’ ετέρου, διότι, βέβαια, οι άνθρωποι δεν είναι… βόδια.

Και μια και μιλάμε για εκατόμβες, θυμήθηκα την περιπέτεια μιας εκατόμβης στην Αθήνα, πριν από 2.500 χρόνια: Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός για τον Μαραθώνα, προκειμένου να σταματήσει τους Πέρσες εισβολείς, οι Αθηναίοι έταξαν μια εκατόμβη στην Αρτεμη την Αγροτέρα (ξέρετε, εκεί στο Μετς), αν τους βοηθήσει να νικήσουν. Η ιστορική μάχη δόθηκε και, όπως ξέρουμε, οι Αθηναίοι νίκησαν κατά κράτος. Οταν, όμως, ήρθε η ώρα του… λογαριασμού, δηλαδή της εκπλήρωσης του τάματος στη θεά, διαπίστωσαν ότι τα διαθέσιμα βόδια δεν αρκούσαν για μια εκατόμβη. Κι έτσι, αποφάσισαν να βολέψουν τη θεά με… 100 κατσίκια! Ανάγκα και θεοί πείθονται.

Αυτή η πονηριά μού θύμισε το τάμα του Κεφαλονίτη στον Αγιο Γεράσιμο: Καθώς ταξίδευε, λοιπόν, ένας Κεφαλονίτης, πιάνει φοβερή φουρτούνα. Τα κάνει πάνω του ο ναυτικός και τάζει στον άγιο ότι, αν κάνει το θαύμα του και τον σώσει, θα πάει στην εκκλησία του περπατώντας, με τα παπούτσια του γεμάτα στραγάλια, παρά τους φοβερούς πόνους που θα του προκαλούσαν!

Πράγματι, η θάλασσα κάλμαρε και ο ναυτικός πάτησε στη στεριά. Είπε σ’ όλους την περιπέτειά του αλλά και το τάμα του. Ετσι, όταν τον είδαν, σε λίγο, να περπατάει μια χαρά, καμαρωτός, προς την εκκλησιά, τον ρώτησαν πώς και δεν πονούσε με τα στραγάλια στα παπούτσια του. «Εγώ στραγάλια έταξα», είπε ο Κεφαλονίτης. «Δεν με ρώτησε αν θα ‘ναι ωμά η βρασμένα»…

Ελπίζω να μην κακοκαρδίστηκαν οι φίλοι -και συμπατριώτες απ’ τη μάνα μου- Κεφαλονίτες. Αλλωστε, ο πρόγονός μας, ο Οδυσσέας ήταν κι εκείνος παμπόνηρος και πολυμήχανος. Αυτός δεν επινόησε τον δούρειο ίππο, ξεγελώντας τους Τρώες; Δεν βρήκε τον τρόπο και να τυφλώσει τον Κύκλωπα και να ξεφύγει απ’ τη σπηλιά του; Μήπως δεν κατάφερε, μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, να ξεγελάσει τους πάντες -εκτός απ’ τον Αργο!-, να μπει στο παλάτι του και να εξοντώσει τους μνηστήρες;

*Η Αλλοπάρ έτσι και πάρει φόρα δεν σταματάει: απ’ την εκατόμβη πήγε στο Μετς και από ‘κεί στα στραγάλια και στην Τροία – δεν παίζεται το άτομο (που λένε και στα ριάλιτι). Ξέχασε να μας πει για τον Αργο, ότι μόλις αναγνώρισε τον Οδυσσέα, κούνησε την ουρά του, έκλεισε τα ματάκια του κι έφυγε για πάντα.