Πρέπει να ‘μουνα 4-5 χρονών όταν, ξεφεύγοντας απ’ την προσοχή της κοπέλας που μας φρόντιζε όσο η μητέρα μας έλειπε στη δουλειά, την… έκανα κανονικά, με μικρά, αβέβαια βηματάκια προς το άγνωστο. Ποτέ δεν είχα βρεθεί μόνος στον δρόμο και φαίνεται πως αυτή η ελευθερία μού άρεσε. Διέσχισα δρόμους και πλατείες κι έφτασα τελικά σ’ ένα φαρμακείο, στην πλατεία Πλαστήρα, στο Παγκράτι. Θυμάμαι αχνά τον διάλογο που είχα με τον φαρμακοποιό:
– Θέλω να πάω σπίτι μου, του είχα πει.
– Και πού κάθεσαι;
– Στο σπίτι μου.
– Πού είναι το σπίτι σου;
– Στην κάμαρή μου.
Πριν ο φαρμακοποιός πάρει την αστυνομία, ένας πελάτης με αναγνώρισε, καθώς ήταν γείτονάς μας. Με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε σπίτι, όπου ήδη είχε καταφτάσει η μητέρα μου και κατσάδιαζε την κοπελιά μας, ενώ σε λίγο ήρθε και ο πατέρας μου απ’ τον Πειραιά, όπου είχε το δικηγορικό του γραφείο. Και όλα πήγαν καλά.
Τη λαχτάρα αυτή δεν την πήρα ποτέ στη ζωή μου από δικό μου παιδί, μια και δεν έχω. Την πήρα όμως από σκυλιά. Και πιστεύω ότι, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, είναι περίπου η ίδια. Την πρώτη φορά την κοπάνησε ο Αρης, απ’ το σπίτι μας στον Λυκαβηττό. Ηταν τότε περίπου 7 μηνών και κάναμε μια ανακαίνιση στο σπίτι. Οι τεχνίτες μπαινόβγαιναν και είχα τις πόρτες του διαμερίσματος και της πολυκατοικίας τέντα. Είδε φως ο Αρούλης και βγήκε. Και χάθηκε.
Η γυναίκα μου, εγώ και οι τρεις τεχνίτες ξαμοληθήκαμε στους δρόμους να τον βρούμε. Ηταν η πρώτη φορά που νοιώθαμε τέτοια αγωνία. Θυμάμαι τη χαρά που πήρα όταν, κάποια στιγμή, τον είδα να γυρίζει σπίτι μαζί με τη γυναίκα μου: Τον είχε βρει έξω απ’ ένα μπακαλικάκι, να τρώει ένα λουκάνικο που του είχε ρίξει ο καλός μας μπακάλης, ο κύριος Ευάγγελος!
Τη δεύτερη φορά ήταν πάλι ο Αρης που το ‘σκασε. Ηταν πια 2 χρονών και έτρεχε λυτός στον λόφο του Λυκαβηττού, μέχρι που μύρισε μια σκυλίτσα στις «μέρες» της. Την ακολούθησε και χάθηκε. Ευτυχώς, όμως, ο Αρης είχε προλάβει να γίνει γνωστός σ’ όσους έβγαζαν κάθε μέρα βόλτα τα σκυλιά τους. Ετσι, ρωτώντας τους αν τον έχουν δει, κατευθύνθηκα προς ένα σπίτι με κήπο – το σπίτι της «καλής» του. Μπήκα και είδα μια ολόκληρη οικογένεια να πίνει καφέ και να διασκεδάζει με τον Αρη και τη σκυλίτσα που έπαιζαν δίπλα τους. Ουφ!
Η τρίτη λαχτάρα ήταν απ’ την Αλλοπάρ, τον πρώτο χρόνο που τη μάζεψα απ’ τον δρόμο και την έφερα εδώ, στον Μαραθώνα. Εβρεχε και μπουμπούναγε, τρελάθηκε η (κροτοφοβική) σκύλα, σκαρφάλωσε στον φράχτη και μην την είδατε. Εκανα αφίσες και τις κόλλησα παντού, μέχρι τη Νέα Μάκρη, αλλά τίποτα. Είχαν ήδη περάσει 5 μέρες αφ’ ότου χάθηκε και αποφάσισε να γυρίσει. Είχε τα μαύρα της τα χάλια, βρόμικη, πετσί και κόκαλο, ένα κουρέλι.
Για ένα σπιτόσκυλο, που δεν έχει συνηθίσει τη ζωή στον δρόμο, όπως ένα αδέσποτο, το να βρεθεί μόνο του στο πουθενά είναι τρομακτικό. Δεν ξέρει πώς να προστατευτεί, πού να βρει φαΐ, πώς να αποφεύγει τα αυτοκίνητα. Φοβάται όπως ακριβώς ένα χαμένο παιδάκι, ειδικά αν πρόκειται για μικρόσωμο ή, έστω, μικρομεσαίο μέγεθος. Θέλει να γυρίσει σπίτι του αλλά δεν ξέρει πώς. Είναι μια τραγωδία.
Σας μιλάω εκ πείρας: Αν έχετε την ατυχία να χάσετε το σκυλί σας, μη σταματήσετε να το ψάχνετε. Κάπου θα είναι, κάποιος θα το έχει δει ή θα το έχει πάρει, κάποιοι θα ξέρουν κάτι. Αναζητήστε το με κάθε τρόπο, με υπομονή και επιμονή. Τις περισσότερες φορές οι προσπάθειες για να βρεθεί ο χαμένος σκύλος έχουν αίσιο τέλος.
● Ενα τσιπάκι κάτω απ’ το δέρμα του ζώου ή ο αριθμός του τηλεφώνου σας στο κολάρο του βοηθάνε πολύ να βρεθεί το χαμένο ζώο. Βάλτε το ΤΩΡΑ!
