Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Του Ταρζάν

Για τη Μαρίνα η κυρία Κοραλία του ημιυπογείου ήταν ίσως ο πιο ευγενικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει. Αν και (πολύ) περασμένης ηλικίας, το διαμερισματάκι της το ‘χε πάντα πεντακάθαρο, το σκούπιζε και το σφουγγάριζε κάθε μέρα. Ελαμπε. Τα ημιυπόγεια γεμίζουν εύκολα σκόνη απ’ το περπάτημα των περαστικών στο πεζοδρόμιο, αλλά αυτηνής ήταν ξεσκονισμένα τα πάντα.

Οποτε πήγαινε, για τα κοινόχρηστα ή για κάτι άλλο, η Μαρίνα, την έβρισκε καλοντυμένη, ευγενική και πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη. «Περίεργη γυναίκα«, έλεγε η Μαρίνα στους φίλους της. «Βρε, παιδί μου, όλοι κάποια στιγμή θα ‘μαστε στις στραβές μας, αυτή ποτέ! Είναι δυνατόν να της πάνε όλα καλά, πάντοτε;», αναρωτιόταν.

Δεν της πήγαιναν όμως όλα καλά της κυρίας Κοραλίας. Τα παιδιά της, το ‘να στη Θεσσαλονίκη, τ’ άλλο στα Χανιά, είχαν οικογένειες, της τηλεφωνούσαν κάθε μήνα -και αν. Ο σύζυγος πεθαμένος από χρόνια. Αλλά η κυρία Κοραλία ήταν μες στην καλή χαρά. Η Μαρίνα τρωγόταν να μάθει το μυστικό της. Μια μέρα που πήγε να πάρει το νοίκι -γιατί το ημιυπόγειο ήταν της Μαρίνας- τη ρώτησε με πολύ τακτ. Η κυρία Κοραλία της έδειξε την Μπουμπού, τη χαδιάρα γάτα της. Και μετά την πήγε στο παράθυρο του «σαλονιού» της, όπου καμιά δεκαριά γλάστρες δημιουργούσαν μια πράσινη όαση στο τσιμέντο του φωταγωγού.

«Αυτοί είναι οι λόγοι της ευτυχίας μου. Δεν είναι εύκολο να το καταλάβεις. Πόσο είσαι; Είκοσι;». «Είκοσι τριών», είπε η Μαρίνα. «Λοιπόν, Μαρίνα, εγώ είμαι 80 και αρκούμαι σε μικρές χαρές, να χαϊδεύω την Μπουμπού, να ποτίζω τις γλάστρες μου, να βλέπω τα φυτά μου να μεγαλώνουν. Για μένα αυτά είναι η ευτυχία. Κάποτε αυτά τα θεωρούσα ασήμαντα και αυτονόητα. Οταν έρθεις στην ηλικία μου, θα καταλάβεις την αξία τους…».

Ενα μεσημέρι βρήκαν την κυρία Κοραλία πεθαμένη. Είχε μισοανοίξει την πόρτα να βγει και έμεινε εκεί. Την άλλη μέρα ήρθαν τα παιδιά και τα εγγόνια της για την κηδεία. Η Μαρίνα μίλησε μαζί τους. «Οχι, δεν μου χρωστάει τίποτα η μητέρα σας, δεν άφηνε ποτέ εκκρεμότητες. Ηταν πολύ καλή κυρία και συνεπέστατη νοικάρισσα».

Καθώς τα παιδιά έψαχναν για να δουν τι θα έπαιρναν απ’ το σπίτι, η Μαρίνα τα πλησίασε και τους είπε με φωνή που έτρεμε απ’ τη συγκίνηση:

«Θέλω μια χάρη. Να μου επιτρέψετε να πάρω την Μπουμπού και τις γλάστρες της κυρίας Κοραλίας»… Κι απ’ τα μάτια της κύλησαν δάκρυα.